Και τώρα στα 50 μου το δρόμο της καρδιάς διαλέγω…

Γεννήθηκα το 1964 στην φτωχή τότε οικονομικά Ελλάδα, αλλά πλούσια σε ανθρώπινα συναισθήματα και ηθικές αξίες. Μετά το μαιευτήριο «Έλενα», εκείνο το παγωμένο χειμωνιάτικο πρωινό πήγα στο σπίτι, μιά μικρή μονοκατοικία με αυλή στα Εξάρχεια.

Η Βουλή της χώρας είχε Μητσοτάκη, Καραμανλή, Παπανδρέου.

Δέκα χρόνια μετά, το 1974, ήμουν δέκα ετών και πραγματικά »μάθαινα γράμματα» στην τέταρτη τάξη του 42ου δημοτικού σχολείου Αγίου Ελευθερίου Γκύζη, αλλά και ποδόσφαιρο στις αλάνες της γειτονιάς. Ήξερα ότι με ένα από τα δύο θα έβγαζα χρήματα γιά να ζήσω «όταν γίνω μεγάλος». Η Ελλάδα ήταν μιά χώρα που είχε αρχίσει να «στραγγαλίζεται» από το τσιμέντο και μοιραία κι εγώ κατοικούσα σε ένα δυαράκι που με το ζόρι πλήρωνε ο πατέρας μου. Το μεταφορικό μου μέσο ήταν το ποδήλατό μου, ένα μεταχειρισμένο μαύρο βελοσόλεξ – ευκαιρία από το Μοναστηράκι.

Η Βουλή της χώρας είχε ξανά Μητσοτάκη, Καραμανλή, Παπανδρέου, αλλά κι έναν Απόστολο Κακλαμάνη.

Την επόμενη δεκαετία, το 1984, ήμουν είκοσι ετών και σπούδαζα δημοσιογραφία, γιατί πίστεψα αφελώς ότι ήταν επάγγελμα με μέλλον, θα μπορούσα να κάνω κάτι καλό γιά τον κόσμο και θα έβγαζα και περισσότερα χρήματα απ ό,τι αν γινόμουν ποδοσφαιριστής που ήταν η άλλη επιλογή μου.

Κατοικούσα ακόμη στου Γκύζη σε ένα άλλο δυαράκι που εξακολουθούσε να πληρώνει με το ζόρι το ενοίκιο ο πατέρας μου, γιατί είχε μεγαλώσει και χρειαζόμουν και χαρτζιλίκι. Επειδή, όμως, δεν αρκούσε έκανα και κάποιες δουλειές «του ποδαριού» κι έτσι κατάφερα να αντικαταστήσω το παιδικό ποδήλατο με ένα πενηντάρι αυτόματο Garelli της εποχής, αλλά και να μου μένει κι ένα πενηντάρικο γιά δύο ποτά στη ντίσκο το Σαββατόβραδο με το κορίτσι μου. Είχα αρχίσει να κάνω και μεγάλα όνειρα. Ότι θα εργαστώ σκληρά και έντιμα όπως ο πατέρας μου, θα γίνω ένας καλός και αγνός άνθρωπος όπως η μητέρα μου και θα ζω με αξιοπρέπεια. Θα έχω την ασφαλισή μου, θα αγοράσω ένα μεγαλύτερο μηχανάκι, θα νοικιάσω δικό μου διαμέρισμα, γιατί έβλεπα ότι η Ελλάδα είχε αρχίσει να γίνεται μιά «πλούσια» χώρα σε οικονομικό επίπεδο, αλλά να πτωχεύει κοινωνικά και ηθικά.

Η Βουλή της χώρας είχε ακόμη Μητσοτάκη, Καραμανλή, Παπανδρέου, Κακλαμάνη κι έναν Κώστα Σημίτη κι έναν Βύρωνα Πολύδωρα.

Το 1994, ήμουν πλέον τριάντα ετών και η Ελλάδα σάπιζε όλο και περισσότερο κοινωνικά, πολιτικά και ηθικά. Τα μούσια, τα ζιβάγκο και τα δαχτυλίδια είχαν δώσει τη θέση τους σε χωρίστρες με μπριγιόλ, μεταξωτές γραβάτες και χρυσά ρόλεξ. Τι σύμπτωση! Ο μόνος που δεν ξυρίστηκε ήταν ο ΄Ανθρωπος Γιώργος Γεννηματάς, που όταν έφυγε πρόωρα χάθηκε και η τελευταία ελπίδα αυτής της χώρας.

Μην αδικήσω, όμως, και τον «τρελό» με το περίεργο μουστάκι τον Αντώνη Τρίτση, που και αυτός ήταν ένας ανεμοθώρακας στη θύελλα της λαμογιάς που είχε αρχίσει να χτυπά με μανία τη φτωχή σε αξίες Ελλάδα.

Τότε, λοιπόν, εργαζόμουν σε δύο Μέσα Ενημέρωσης, (ραδιόφωνο και εφημερίδα), έπαιρνα, φυσικά, δύο μισθούς και όχι μόνο αγόρασα μεγαλύτερη μηχανή, αλλά κι ένα εννιακοσάρι φιατάκι. Μπορούσα, πλέον, να κερνάω ποτό την κοπέλα μου αλλά και μπουκάλι τους φίλους μου. Νοίκιαζα το δικό μου δυαράκι στου Γκύζη κι έβαζα και κάτι «στην άκρη» γιά τη δύσκολη ώρα.

Εννοείται ότι η χώρα είχε στη βουλή Μητσοτάκη, Καραμανλή, Παπανδρέου, Κακλαμάνη, Σημίτη, Πολύδωρα αλλά και Αλέκα Παπαρήγα, Πάνο Καμμένο, Νίκο Νικολόπουλο, Ντόρα Μπακογιάνννη, Βαγγέλη Μειμαράκη και Κώστα Σκανδαλίδη.

Το 2004 είχα φτάσει σαράντα ετών. Πάνω από τα μισά του δρόμου με βάση τον μέσο όρο του προσδόκιμου ζωής. Η διαφθορά, η ασχήμια, η αλητεία, η διαπλοκή, η διασπάθιση του δημοσίου χρήματος, η απάτη, ο εγκληματικός συνδικαλιστικός μαξιμαλισμός είχαν φτάσει στο ζενίθ. Αλλά το εκτυφλωτικό «φως» των Ολυμπιακών αγώνων είχε σκεπάσει τα πάντα και η κοινωνική ένδεια είχε καμουφλαριστεί σε οικονομική ευμάρεια. Εργαζόμουν τότε σε τρία Μέσα Ενημέρωσης, (ραδιόφωνο, τηλεόραση κι εφημερίδα). Από τις 6 τα ξημερώματα έως τις 10 το βράδυ.

Ήμουν πραγματικά πλούσιος. Το εννοώ. Έπαιρνα 2.300 ευρώ το μήνα. «Ψίχουλα» σε σχέση με τα πόσα έπαιρναν άλλοι συναδελφοί μου της ίδιας ηλικίας με τις μισές ώρες «δουλειάς» και με διπλάσιες θέσεις «εργασίας». Αλλά δεν με ενδιέφερε καθόλου. Εγώ ήμουν πλούσιος. Ζούσα το όνειρό μου. Εργαζόμουν έντιμα, κατάφερα και έφυγα από τον «βόθρο» της Αθήνας νοικιάζοντας μιά παλιά μικρή μονοκατοικία πάνω στη θάλασσα στη Ραφήνα, άλλαξα το σαραβαλάκι μου με ένα άλλο καινούργιο φιατάκι, μπόρεσα να γίνω ανάδοχος παιδιού μέσω των διεθνών ανθρωπιστικών προγραμμάτων, έτρωγα δυο τρεις φορές της εβδομάδα στο ταβερνάκι, πλήρωνα χωρίς κανένα άγχος το νοίκι, τη βενζίνη, τους λογαριασμούς της ΔΕΗ, της ΕΥΔΑΠ και του τηλεφώνου, αγόραζα όσα βιβλία ήθελα και βεβαίως εξακολουθούσα να κερνάω ποτά την κοπέλα μου και τους φίλους μου.

Ήμουν ευγνώμων στο Θεό που είχα δουλειά και ζούσα με αξιοπρέπεια. Φυσικά η χώρα είχε στη Βουλή, Μητσοτάκη, Καραμανλή, Παπανδρέου, Κακλαμάνη, Παπαρήγα, Καμμένο, Μπακογιάννη, Μεϊμαράκη, Σκανδαλίδη, Σημίτη, Νικολόπουλο, Πολύδωρα και Λαφαζάνη.

Σήμερα το 2014 είμαι πενήντα ετών. Η ζωή μου δεν έχει απολύτως καμία σχέση με αυτή πριν από δέκα ή και πέντε χρόνια. Όπως και της πλειονότητας των Ελλήνων. Όλα χάθηκαν και μόνο τρία πράγματα έμειναν ανέγγιχτα από το χρόνο. Ευτυχώς, όμως, είναι τα πιό σημαντικά. Η υγεία μου, η πίστη μου στο Θεό και η ελπίδα μου ότι σε είκοσι χρόνια (το 2024) που θα είμαι εξήντα ετών – και ελπίζω να ζω – ένα παιδί που γεννιέται σήμερα στην Ελλάδα, τότε θα «μαθαίνει γράμματα» όπως εγώ το 1974 σε μιά ανθρώπινη χώρα. όχι τόσο οικονομικά – όσο κοινωνικά, πολιτικά και ηθικά. Γιατί αλλοίμονο αν έχει τότε, όπως και το 1974 στη βουλή Μητσοτάκη, Καραμανλή, Παπανδρέου και Κακλαμάνη, όλου τους επόμενους αλλά και τη «νέα γενιά» Διαμαντόπουλο, Μαρία Αντωνίου, Ραχήλ Μακρή και ΚασσιδιαροΜπαρμπαρούσηδες, .

Επίλογος: Αν είχα γεννηθεί σε μία οποιαδήποτε προηγμένη ευρωπαϊκή χώρα, μετά από τριάντα χρόνια σκληρής δουλειάς στον ιδιωτικό τομέα, θα βίωνα την πιό όμορφη περίοδο της ζωής μου. Αυτήν της επαγγελματικής αναγνώρισης. Και θα εργαζόμουν άλλα δέκα – δεκαπέντε χρόνια, ίσως εξίσου σκληρά, δεν είναι αυτό το πρόβλημα μέχρι να φτάσω στη σύνταξη. Γιά να ζήσω με γαλήνη και χωρίς άγχος τα υπόλοιπα χρόνια, όσα μου απέμεναν. Επειδή όμως γεννήθηκα στην Ελλάδα βιώνω τον πιό τρομακτικό εφιάλτη διαρκείας. Το άγνωστο αύριο. Όπως και η πλειονότητα των Ελλήνων.

Τουλάχιστον είμαι ήσυχος γιατί ακολούθησα από παιδί τον δρόμο που ήξερα ότι είναι ο σωστός. Το δρόμο της εντιμότητας. Γιατί ας θυμηθούμε τον αμερικανό ανθρωπολόγο Κάρλος Καστανιέδα που πρότεινε πάντα, όταν βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σταυροδρόμι, να διαλέγουμε το δρόμο της καρδιάς.

http://www.greekopinions.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s