«Φτάνει πια να δηλητηριάζετε τη Ρωσία!»

Η παραπληροφόρηση έχει επιστρατευθεί από την ΕΕ στην υπηρεσία της δαιμονοποίησης της Ρωσίας. Ενδεικτικά είναι δύο θέματα: Η «τύχη» της Ουκρανίας και κάποιων χωρών της πρώην ΕΣΣΔ, και η ρωσική νομοθεσία που απαγορεύει την προπαγάνδα της ομοφυλοφιλίας μεταξύ των ανηλίκων.

Γράφει ο Κονσταντίν Κοσατσιόφ*

Εξαρχής, το «Ουκρανικό ζήτημα» αποκόπηκε από κάθε γεωπολιτική ανάλυση, και περιορίστηκε σε αυστηρά «αξιακά πλαίσια» του τύπου «η επιλογή είναι μεταξύ ελευθερίας και αυταρχισμού» ή «ανάμεσα στο σοβιετικό παρελθόν και το ευρωπαϊκό μέλλον», κ.λ.π. Ετσι, ακόμα και σοβαροί προβληματισμοί γύρω από τις επικίνδυνες οικονομικές συνέπειες της υπογραφής μιας συμφωνίας σύνδεσης με την ΕΕ, «πνίγηκαν».

Ολα σκεπάζονται μέσα στο θόρυβο για τη δήθεν τελευταία ευκαιρία της Ουκρανίας να «ενταχθεί στην Ευρώπη», και κάτω από τα αφηρημένα συνθήματα για τον «δρόμο προς την ελευθερία». Η ωμή πραγματικότητα όμως, είναι ότι στη συμφωνία, κανένας οδικός χάρτης ένταξης της Ουκρανίας στην ΕΕ δεν προβλεπόταν. Και όμως, το δίλημμα που ετέθη, ήταν εντελώς αποπροσανατολιστικό από τα πραγματικά ερωτήματα. Πολύ περισσότερο, ετέθη με τον ακραίο τρόπο: «Είτε – είτε». Και βέβαια, η «συνταγή» για να επιτευχθεί ο σκοπός, δεν ήταν άλλος από τη δαιμονοποίηση της Ρωσίας, από την οποία και θα πρέπει να «σωθεί» η Ουκρανία, η Μολδαβία, η Αρμενία και πάει λέγοντας … ο κατάλογος.

Ετσι, δεν εδόθη η παραμικρή δυνατότητα για να συζητηθεί η ουσία του ζητήματος σε ένα τριμερές σχήμα. Κάτι που θα ήταν το πιο λογικό να γίνει. Η Ενωση οικονομικής ολοκλήρωσης, στην οποία μετέχει η Ρωσία, μαζί με άλλες χώρες της πρώην ΕΣΣΔ, δεν θεωρήθηκε από τους Δυτικούς αντάξια για μια τέτοιου είδους συνεννόηση. Αντίθετα, παρουσιάστηκε σαν ένα «νεο-αυτοκρατορικό εργαλείο» της Ρωσίας.

Οσον αφορά το θέμα των σεξουαλικών μειονοτήτων, εδώ παρατηρείται το εξής παράδοξο: Από τη μια και πάλι, στοχοποιείται η Ρωσία, κάτι που φαίνεται και από την πρόσφατη ανοιχτή επιστολή που απέστειλε ομάδα από Νομπελίστες στο Ρώσο πρόεδρο, καθώς και από την άρνηση σειράς Ευρωπαίων πολιτικών να παραστούν στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σότσι. Κι’ όμως, την ίδια στιγμή, από την άλλη, είναι διάχυτη η απροθυμία ορισμένων χωρών της ΕΕ να νομιμοποιήσουν τους γάμους ομοφυλοφίλων, ενώ σε πολλές χώρες γίνονται μαζικές διαδηλώσεις τόσο εναντίον του γάμου, όσο και κατά της προπαγάνδας της ομοφυλοφιλίας μεταξύ των ανηλίκων. Κοντολογίς, και σε αυτή την περίπτωση, οι Δυτικοί επιφυλάσσουν για τον εαυτό του το προνόμιο να θεωρούν το ζήτημα ως ένα «φυσικό ενδοευρωπαϊκό θέμα», ενώ αντίθετα η Ρωσία δεν δικαιούται τέτοιου «δικαιώματος». Αρα, για μια ακόμη φορά, βάζουν το «ασπρόμαυρο» δίλημμα του «σωστού» με του «λάθους».

Νηφάλιες «Δυτικές φωνές»

Ολο αυτό το τραγελαφικό σκηνικό, όμως, κατέστησε για πολλούς πολιτικούς και επιχειρηματικούς κύκλους εμφανή την ανάγκη ένα μειωθεί η ένταση των παθών και να γίνει νηφάλια συζήτηση πάνω στα υφιστάμενα προβλήματα. Ορισμένα σημάδια προς αυτή την κατεύθυνση, είναι ήδη ορατά. Ενα από αυτά, θεωρώ προσωπικά, είναι ο διορισμός του νέου συντονιστή σε θέματα γερμανο-ρωσικής διακοινωνικής συνεργασίας στο γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών. Για την ευαίσθητη αυτή θέση, επιλέχθηκε ο βετεράνος της εξωτερικής πολιτικής, μέλος του γερμανικού Κοινοβουλίου (Bundestag) από τους σοσιαλδημοκράτες (SPD), Gernot Erler.

Σε ένα άρθρο στην εβδομαδιαία εφημερίδα «Die Zeit» με τον τίτλο «Φτάνει πια να δηλητηριάζετε τη Ρωσία!», σημείωσε ότι η απογοήτευση της Ρωσίας σήμερα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις ενέργειες της Δύσης: «Η Δύση, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, εκμεταλλεύτηκε ανελέητα την αδυναμία της Ρωσίας. Το ΝΑΤΟ και η ΕΕ επεκτάθηκαν προς τα ανατολικά και η αλληλεγγύη της Ρωσίας προς τις ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 δεν έχει αναγνωριστεί δεόντως».

Με αυτά που γράφει ο Erler, δεν καλεί τη Δύση να συμφωνήσει με τις θέσεις της Μόσχας, αλλά να κατανοήσει την Ρωσία. Και εδώ, εμφανίζεται αναπόφευκτα ένα πολύ σοβαρό ερώτημα: Ποίος και σε ποιόν πρέπει να αποδείξει τις καλές και ειρηνικές προθέσεις του; Εννοείται, πιστεύω, και οι δύο πλευρές ταυτόχρονα. Αλλά για να κατανοήσει ο ένας τα κίνητρα του άλλου, απαιτείται μια ευρύτερη μορφή διαλόγου από αυτήν της επικοινωνίας των πολιτικών. Η επίσημη διπλωματία πρέπει να συνδυαστεί με την λαϊκή, την κοινωνική διπλωματία.

Χρειαζόμαστε ένα μόνιμο διακοινωνικό βήμα διαβουλεύσεων. Κάτι που προϋποθέτει την προθυμία να ακουστούν οι απόψεις από την άλλη πλευρά και όχι μόνο αυτά που θέλουμε να ακούσουμε. Για παράδειγμα, να ακούσουμε, όχι μόνο εκείνους που υποστήριξαν την «πανκ προσευχή» των Pussy Riot στον καθεδρικό ναό του Σωτήρος Χριστού στη Μόσχα, αλλά και εκείνους τους οποίους έχει προσβάλει αυτή η ενέργεια. Στη Δύση όμως, «ακούγονται» μόνον οι πρώτοι.

Χωρίς το «αλάθητο του Πάπα»

Υπάρχουν κάποιες θεσμικές μορφές επικοινωνίας, όπως είναι το Φόρουμ «Διάλογος της Αγίας Πετρούπολης» μεταξύ Ρωσίας και Γερμανίας. Ωστόσο, φαίνεται ότι αυτή η μορφή διαλόγου πρέπει να μεταφερθεί σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα. Σε δήμους και στις τοπικές κοινότητες ή ακόμα και σε σχολεία, καθώς και στο διαδίκτυο. Είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι ένας πραγματικά διευρυμένος διακοινωνικός διάλογος με τις χώρες της Ευρώπης θα βρει πολύ μεγάλη ανταπόκριση και στις δύο πλευρές. Βλέπω, άλλωστε, το μεγάλο ενδιαφέρον που υπάρχει στην Ευρώπη για τη Ρωσία, για τον πολιτισμό της, το παρελθόν και το παρόν της χώρας. Σε αυτό συμβάλλουν με τη δική της παρουσία οι μεγάλες ρωσόφωνες κοινότητες στην Ευρώπη. Επίσης, η σύσφιξη των επιχειρηματικών δεσμών με τη Ρωσία έχει οδηγήσει πολλές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης να ξαναχρησιμοποιούν την ρωσική γλώσσα στη σχολική και πανεπιστημιακή εκπαίδευση όπως στο παρελθόν. Εξίσου σημαντική συμβολή σε όλα αυτά έχει και ο ρωσικός τουρισμός προς την Ευρώπη.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αμοιβαία κατάργηση των θεωρήσεων εισόδου (βίζας) στη Ρωσία και τις χώρες της ΕΕ. Σήμερα πια, έχει καταστεί ένα καθαρά πολιτικό ζήτημα, και όχι ένα γραφειοκρατικό ζήτημα μεταναστευτικού ή οικονομικού χαρακτήρα. Αν πραγματικά θέλει η Ευρώπη να επηρεάσει με θετικό τρόπο τη ρωσική κοινωνία με τις αξίες του ευρωπαϊκού πολιτικού, ανθρωπιστικού και οικονομικού συστημάτων της, δεν υπάρχει πιο άμεσος τρόπος από την πλήρη κατάργηση της βίζας για όλους τους πολίτες. Ας δούνε οι Ρώσοι το «ευρωπαϊκό γίγνεσθαι» με τα ίδια τους τα μάτια, και αν το θελήσουν, ας φροντίσουν να εφαρμόσουν στην πατρίδα τους αυτές τις αξίες. Εκτός κι’ αν οι Ευρωπαίοι παράγοντες φοβούνται ότι οι δικοί τους συμπολίτες θα ανακαλύψουν μια άλλη Ρωσία, διαφορετική από εκείνη που «σκιαγραφείται» στις σελίδες του Δυτικού Τύπου;

Όπως και να έχει, θεωρώ ότι η ρωσική κοινωνία είναι αρκετά πρόθυμη και έτοιμη για έναν μεγάλης κλίμακας διάλογο με την Ευρώπη. Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι θα υπάρχει ισότιμος διάλογος και αμοιβαίος σεβασμός, και ότι ουδείς θα εμφανιστεί να κατέχει «αλάθητο του Πάπα».

* Ο Κονσταντίν Κοσατσιόφ είναι ο επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας με αρμοδιότητες στις υποθέσεις της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών, στους Ρώσους πολίτες που ζουν στο εξωτερικό και στη διεθνή ανθρωπιστική συνεργασία.

http://rbth.gr/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s