Εξίσωση ηγεσίας

Ο εχθρός της αλήθειας δεν είναι το ψέμα αλλά ο μύθος

Γραφει ο Παναγιωτης Μινογιαννης

Σε λίγο καιρό στις Ευρωεκλογές, θα κληθούμε για ακόμη μια φορά να κοιτάξουμε μέσα μας και γύρω μας, και να εκφράσουμε ποιος θέλουμε να είναι ο ρόλος της χώρας μας στην Ευρώπη αλλά και στο παγκόσμιο γίγνεσθαι και πως αυτό θα επιτευχθεί.

Με δεδομένη όμως τη λήξη της δανειακής σύμβασης και ενώ η κοινωνία δείχνει πιο ώριμη από ποτέ, αμήχανα παρακολουθεί κανείς να ξαναρχίζει πάλι το γνωστό παιχνίδι αλληλοκατηγορίας και αποφυγής αποτύπωσης της πραγματικότητας από τους πολιτικούς σχηματισμούς.

Άλλοι μας λένε ότι το μνημόνιο τελειώνει, άλλοι ότι θα το καταγγείλουν, άλλοι ψάχνουν σε βυζαντινούς διαδρόμους τον σαραντάρη σωτήρα και κανείς δεν μιλάει για την ταμπακέρα. Δημιουργούν ένα μύθο ότι πολύ σύντομα η κατάσταση θα αλλάξει και θα επανέλθουμε στα επίπεδα διαβίωσης του 2009 αλλά όπως έλεγε και ο Κένεντυ, «ο μεγάλος εχθρός της αλήθειας, συχνά δεν είναι το ψέμα – εσκεμμένο, πλαστό, ανέντιμο- αλλά ο μύθος -επίμονος, πειστικός και ρεαλιστικός.»

Η χωρά μας θα βρίσκεται υπό δημοσιονομική επιτήρηση μέχρι να αποπληρωθεί το 75% των πρόσφατων δανείων. Ειδικότεροι από εμένα συμφωνούν ότι ακόμη και με λογικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η χώρα θα πρέπει να αποδίδει σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα για τα επόμενα 15 χρόνια τουλάχιστον. Οι δύο παραδοχές αλληλοσυμπληρώνονται καθώς όσο καλύτερα πάει η οικονομία τόσο πιο εύκολο θα είναι να παράξουμε πρωτογενή πλεονάσματα, αν παραμείνουμε νοικοκύρηδες. Αυτό όμως σημαίνει και το αντίστροφο. Όσο δεν έρχεται ανάπτυξη, τόσο πιο δύσκολο είναι να συντηρήσεις το πρωτογενές πλεόνασμα, όσο νοικοκύρης και αν είσαι. Και ποιος ο ρόλος ή ακόμη και η μνημονιακή δέσμευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης αν όχι πολλαπλασιαστικός ως προς την ανάπτυξη; Η περίπτωση της Ελλάδας αποδεικνύει περίτρανα τα μεγάλα ελλείμματα τόσο της εγχώριας όσο και της Ευρωπαϊκής ηγεσίας, τις δυσκολίες αλληλοκατανόησης και εποικοδομητικής συναίνεσης σε ένα σχέδιο με δεσμεύσεις τόσο για το δημοσιονομικό πλεόνασμα όσο και για τις επενδύσεις.

Αντί λοιπόν να ομονοήσουν κυβέρνηση και αντιπολίτευση ότι το μείζων θέμα μπροστά μας είναι αυτή η εξίσωση, αντί να συμφωνήσουν ποιες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις απαιτούνται από πλευράς μας και ποιες επενδύσεις από πλευράς Ευρωπαϊκής Ένωσης ώστε και την οικονομία να βοηθήσουν και την κοινωνία να μην γονατίσουν, για ακόμη μια φορά δείχνουν να ακολουθούν την ίδια αυτοκαταστροφική στρουθοκαμηλική προσέγγιση. Αντί να έχουμε μια Ελληνική πρόταση υπέρβαση της κρίσης, θα βρεθούμε πιεσμένοι να συζητάμε με τους εταίρους μας τους δικούς τους όρους και τα δικά τους προγράμματα, προβάλλοντας τηλεοπτική αντίσταση στο εσωτερικό.

Και ενώ γνωρίζουμε ότι αυτά που απαιτούνται είναι μια θεσμική αναγέννηση και μια παραγωγική συγκρότηση της χώρας, με μεγάλες δόσεις υγιώς σκεπτόμενου ιδιωτικού τομέα αλλά και εξίσου σημαντική αλληλεγγύη σε θέματα που προάγουν την κοινωνική κινητικότητα, το όλο πολιτικό μας σύστημα διατηρεί το ίδιο παρασιτικό-όπως εύστοχα το χαρακτήρισε ένας φίλος- μοντέλο, με στόχο την δική του διαιώνιση. Αυτό είναι και το στοίχημα μας για τα επόμενα χρόνια. Και η έκβαση του θα κρίνει και τις θυσίες των τελευταίων ετών. Οι πολίτες αποδείξαμε με τεράστιο κόστος ότι στηρίζουμε την χώρα και την Ευρωπαϊκή της προοπτική. Το παραγωγικό μοντέλο, η δημόσια διοίκηση και οι θεσμοί της χώρας όμως δεν άλλαξαν. Και ο κίνδυνος να είμαστε παραγωγικά περιθωριοποιημένοι, οικονομικά φτωχότεροι και κοινωνικά πιο άδικοι, είναι υπαρκτός.

Για να αποφευχθεί αυτό, χρειαζόμαστε σε όλα τα επίπεδα και κυρίως στο πολιτικό, ποιοτική ηγεσία που υπηρετεί και μεταμορφώνει μια κοινωνία, ηγεσία που θα συμφωνήσει σε ένα βασικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και που θα διαπραγνατευτεί ρήτρα ανάπτυξης με τους εταίρους. Τι συνιστά όμως ποιοτική ηγεσία; «Ο ηγέτης αφήνει κληρονομιά ένα καλύτερο κόσμο μέσω της δημιουργίας θεσμών και διαδόχων μάλλον καλύτερων από αυτόν» γράφει ο καθηγητής Μπουραντάς. Ένας ηγέτης πρέπει να έχει την μεταδοτικότητα ενός καλού καθηγητή , την διπλωματία ενός καλού πολιτικού, την καθαρότητα ενός τίμιου ανθρώπου, την τεχνική γνώση ενός καλού τεχνοκράτη, την αυτογνωσία ότι δεν τα ξέρει όλα και το σθένος να παίρνει αποφάσεις που θα υλοποιούν συμφωνημένες μεταρρυθμίσεις. Μα πάνω από όλα απαιτείται ακλόνητη πίστη στον άνθρωπο. Υπηρετείς μόνο αν εμπιστεύεσαι τον διπλανό σου. Διαχειρίζεσαι το άγνωστο αύριο, μόνο αν πιστεύεις στους συμπολίτες σου. Καλωσορίζεις το καινούριο και δημιουργείς ζωτικό πεδίο για αυτό, μόνο αν το συνδέσεις με τα όνειρα, τις επιθυμίες και τους φόβους των πολιτών. Είσαι εξωστρεφής μόνο αν στηρίζεσαι σε δημιουργικούς ανθρώπους.

Το ξεπέρασμα του δίπολου Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο, η επίτευξη ουσιαστικής ανάπτυξης με ταυτόχρονη δημοσιονομική πειθαρχία και ο παραγωγικός ανασχηματισμός της χώρας προϋποθέτουν μια τέτοια ικανή ηγεσία. Και όταν αυτή η ηγεσία ολοκληρώσει το έργο της, τότε όπως λέει και ο Λάο Τσε ο κόσμος θα πει: εμείς το κάναμε…

http://www.thetoc.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s