Οι περίοδοι αποκλεισμού της Ελλάδος από τις διεθνείς αγορές

Του Κώστα Μελά

Από το 1824 μέχρι σήμερα το Ελληνικό κράτος συνεχώς δανείζεται . Το Ελληνικό Κράτος μόνο τις περιόδους που αδυνατεί να δανειστεί (κυρίως από το εξωτερικό) , δηλαδή βρίσκεται αποκλεισμένη από τις διεθνείς αγορές, δεν δανείζεται.

Επιχειρούμε στη συνέχεια να παρουσιάσουμε , τις περιόδους που το Ελληνικό κράτος βρισκόταν αποκλεισμένο από τις διεθνείς αγορές. Συγκεκριμένα έχουμε :

– Οι ελληνικές επαναστατικές κυβερνήσεις είχαν συνάψει στο Λονδίνο , το 1824-1825 , δύο δάνεια , αξίας 2.800.000 & Αγγλίας[1] στη συνέχεια αδυνατώντας να καταβάλουν τα ληξιπρόθεσμα τοκοχρεολύσια κήρυξαν στάση πληρωμών των τοκοχρεολυσίων το 1827 γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να αποκλεισθεί τα Ελληνικό Κράτος από τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια. Όταν η χώρα απελευθερώθηκε , οι Μεγάλες Δυνάμεις εγγυήθηκαν για ένα νέο δάνειο (Συνθήκη του Λονδίνου 1832) ύψους 2.343.750 λιρών Αγγλία ((60.000.000 φράγκα) για να υποστηρίξουν το νέο βασιλιά Όθωνα.[2].Μερικά χρόνια αργότερα οι ελληνικές κυβερνήσεις άρχισαν πάλι να μην καταβάλλουν τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους , για πρώτη φορά το 1835, για δεύτερη το 1837 και για τρίτη το 1843. Από τότε μέχρι το νέο συμβιβασμό που επήλθε το 1878 το ελληνικό κράτος δεν είχε καμία πρόσβαση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.[3]

– Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι: «με τον συμβιβασμό του 1878, οι ελληνικές κυβερνήσεις βρέθηκαν μπροστά σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση: απέκτησαν τη δυνατότητα να δανειστούν ποσά πρωτοφανή για την Ελλάδα , σε μια παγκόσμια αγορά κεφαλαίων, της οποίας τους όρους σχεδόν αγνοούσαν. ..Παρ’ όλη την άγνοια, ίσως και λόγω αυτής, οι διαπραγματεύσεις άρχισαν ταχύτητα. Και οι ελληνικές κυβερνήσεις ενέδωσαν πρόθυμα στις χρυσοφόρες σειρήνες. Το συνολικό δημόσιο χρέος της χώρας, από περίπου 168 εκ. τρέχουσες δραχμές που ήταν το 1876, είχε σχεδόν διπλασιαστεί έως το 1884 (330,1 εκ) , είχε τετραπλασιαστεί έως το 1887 (662,6 εκ), είχε επταπλασιαστεί έως το 1893 (1.160,0 εκ)».

– Στις 10 Δεκεμβρίου 1893 ο Τρικούπης υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει από το επίσημο βήμα της Βουλής ότι ‘δυστυχώς επτωχεύσαμεν’. Ο νόμος ΒΡ/ΣΤ´/1893 κήρυξε και επίσημα το ελληνικό κράτος σε πτώχευση. Η αξία του εθνικού μας νομίσματος κλονίστηκε και μαράθηκε κάθε οικονομική δραστηριότητα. Η πτώχευση προκάλεσε διεθνή κλονισμό της ελληνικής αξιοπιστίας, που είχε ως συνέπεια την επέκταση της ανυποληψίας και στο χώρο των πολιτικών συναλλαγών. Την περίοδο 1893-1910 η Ελλάδα δεν είχε πρόσβαση στις διεθνείς αγορές.

– Από το 1910 μέχρι και το τέλος του Α’ΠΠ η Ελλάδα επανέρχεται στις διεθνείς αγορές. Την περίοδο αυτή συνομολογήθηκαν τέσσερα εξωτερικά δάνεια, συνολικά 521 εκ. φ. Τα δύο πρώτα (76 εκ. φ.) μέχρι το 1910 και το τέταρτο 335 εκ. φ. το 1914. Η δανειακή πρόσοδος χρησιμοποιήθηκε:

– Υπέρ της εξυπηρέτησης των ήδη υπαρχόντων εξωτερικών δανείων.

– Υπέρ της διεξαγωγής των Βαλκανικών πολέμων και

– Στην ενσωμάτωση των νέων περιοχών που προέκυψαν μετά τους Βαλκανικούς

– Η Ελλάδα δεν είχε πρόσβαση μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στις διεθνείς κεφαλαιαγορές λόγω του ότι δεν είχε επέλθει συμφωνία σχετικά με το ζήτημα των πολεμικών αποζημιώσεων. Από το 1921 συνεχίζονταν οι διαπραγματεύσεις με την Αγγλική Κυβέρνηση χωρίς αποτέλεσμα. Το μόνο δάνειο που πήρε η Ελλάδα ήταν το 1924 και αφορούσε στην αποκατάσταση των προσφύγων. Ο Πάγκαλος επέμενε ότι η Ελλάδα δεν έπρεπε να συμβιβασθεί με την Αγγλία και να αναζητήσει αλλού κεφάλαια με αποτέλεσμα οι συζητήσεις να οδηγηθούν σε αδιέξοδο. Μετά την απομάκρυνση του Παγκάλου από την κυβέρνηση οι διαπραγματεύσεις προχώρησαν γρήγορα και την επόμενη άνοιξη (1927) υπογράφτηκε ο οριστικός διακανονισμός[4] . Ταυτόχρονα συνεχίστηκαν και οι διαπραγματεύσεις για το ίδιο θέμα με τους Γάλλους αλλά και τις ΗΠΑ. Μόλις διευθετήθηκε το ζήτημα των πολεμικών χρεών ,οι βρετανικές εμπορικές τράπεζες μπορούσαν να ανακτήσουν τον παραδοσιακά κυρίαρχο ρόλο τους στην Ελλάδα.

– Στις 26/4/1932 κηρύχτηκε χρεοστάσιο, και ακολούθησε μια σειρά μέτρων που έφεραν την σφραγίδα του Κ. Βαρβαρέσου ο οποίος ανέλαβε Υπουργός Οικονομικών στις 21/4/1932. Η Ελλάδα αποκόπηκε και πάλι από τις διεθνείς αγορές.

– Μέχρι το 1966 η χώρα δεν μπορούσε να δανειστεί από το εξωτερικό από την ελεύθερη αγορά οπότε ρυθμίστηκε το προπολεμικό χρέος. Συνάπτει μόνο διακρατικά δάνεια που περισσότερο υπακούουν σε γεωπολιτικές στρατηγικές και λιγότερο σε οικονομικούς κανόνες.

Μέχρι το 1955 η Ελλάδα είχε συνάψει μόνο τρία εξωτερικά δάνεια, συνολικά 145 εκ. δολάρια. Στη συνέχεια θα συνάψει άλλα 28 εξωτερικά, συνολικά 406,4 εκ. δολάρια.

Ο μετακατοχικός δανεισμός προήλθε κατά 58,4% από τις ΗΠΑ, κατά 19% από τη Δυτική Γερμανία και κατά 14,36% από την Αγγλία. Τα υπόλοιπα από διεθνείς οργανισμούς.

– Την περίοδο 1967-1974 παρατηρείται υπέρογκη αύξηση του εσωτερικού δανεισμού, ο οποίος και τετραπλασιάσθηκε. Αντίθετα ο εξωτερικός δανεισμός σημειώνει μικρή αύξηση. Συνολικά 19 εξωτερικά δάνεια, μόλις στο 6,4% του νέου Δ.Χ. εξ αυτών το 92,2% ήταν σε δολάρια.

Την περίοδο αυτή εμφανίζονται τα δάνεια σε συνάλλαγμα. Πρόκειται για δάνεια εργοληπτικών εταιρειών, τα οποία έπαιρναν από το εξωτερικό, υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Στη συνέχεια τα παραχωρούσαν στο Ελληνικό Δημόσιο προς εκτέλεση δημόσιων έργων, με ανάδοχους τις εν λόγω εταιρείες. Συνολικά συνομολογήθηκαν 59 τέτοια δάνεια. Προφανώς το Ελληνικό Δημόσιο δεν είναι ο δανειολήπτης, έτσι δεν θεωρείται εξωτερικός δανεισμός. Στο νέο Δ.Χ. ο δανεισμός σε συνάλλαγμα αντιπροσώπευε το 23,6%.

– Την περίοδο 1975 -2010 η Ελλάδα αρχίζει ένα έντονο δανεισμό (εσωτερικό και εξωτερικό) μέχρι και την πτώχευση του 2010 οπότε και αποκλείεται εκ νέου από τις διεθνείς αγορές. Φαίνεται ότι επανέρχεται την ερχόμενη εβδομάδα.
____________________________

[1] Το πρώτο ελληνικό δάνειο συνήφθη στο Λονδίνο το 1824, ύψους 800000 λιρών Αγγλίας. Η ονομαστική αξία κάθε ομολόγου – που είχε κόκκινο χρώμα- ήταν 100 λίρες αλλά η πραγματική τιμή αγοράς ήταν 59 λίρες. Η απόδοση επί της ονομαστικής αξίας ήταν 5,5% αλλά λόγω ότι πωλείτο σε προεξόφληση η απόδοση ανερχόταν σε 8,5% όταν η απόδοση των βρετανικών ομολόγων (consol) ήταν περίπου 2,5%. Το δεύτερο ελληνικό δάνειο εκδόθηκε το 1825 , ύψους 2.000.000 λιρών. Αυτή τη φορά τα ομόλογα των 100 λιρών είχαν γαλάζιο χρώμα και η πραγματική τιμή ήταν μόνον 55,5 λίρες.

Ε. Χεμίκογλου, Η Πτώχευση του 1893 και ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος. Ελευθεροτυπία Μάρτιος 2011. Ως εγγύηση του δανείου δόθηκαν όλα «τα περιουσιακά στοιχεία και τα έσοδα του νέου κράτους, και ιδιαίτερα όλοι οι φόροι».

[2] Μεσολαβήτρια Τράπεζα ο Οίκος Rothschild με τόκο 5,0% και προμήθεια στον Οίκο 2,0% επί του δανείου. Ως εγγύηση του δανείου δόθηκαν και πάλι όλα «τα περιουσιακά στοιχεία και τα έσοδα του νέου κράτους, και ιδιαίτερα όλοι οι φόροι».

[3] «Η πραγματικότητα είναι ότι το ελληνικό κράτος δεν έπαψε ποτέ να δανείζεται, ιδιαίτερα μετά την απομάκρυνση του Όθωνα, ο οποίος ήταν αλλεργικός στους ελλειμματικούς προϋπολογισμούς. Από το 1862 μέχρι το 1876 εκδόθηκαν «εσωτερικά» δάνεια περίπου 130.000.000 δραχμών δηλαδή περίπου 5.000.000 λιρών» . Ε. Χεμίκογλου, Η Πτώχευση του 1893 και ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος. Ελευθεροτυπία Μάρτιος 2011.

[4] Βλ. λεπτομέρειες στο : Βλ. M.Mazower, Η Ελλάδα και η Οικονομική Κρίση του Μεσοπολέμου, ΜΙΕΤ 2002, σελ.142-143.

http://crashonline.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s