Η ΕΞΟΡΙΣΤΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ

Γιατί η Δεξιά στην Ελλάδα δεν υιοθέτησε ποτέ τον συντηρητισμό;

Του Δρ. Άγγελου Χρυσόγελου

Ένα από τα μεγάλα μειονεκτήματα της κομματικής εκπροσώπησης της Δεξιάς τα τελευταία σαράντα χρόνια στην Ελλάδα είναι ότι ουδέποτε αποδέχτηκε την φύση της ως φορέα μιας ελληνικής συντηρητικής ιδεολογίας. Αντίθετα, η Δεξιά στην Ελλάδα, και ιδιαίτερα η βασική κομματική της έκφραση, η Νέα Δημοκρατία, «περιπλανήθηκε» στο ιδεολογικό τοπίο, αναζητώντας ιδεολογική ταυτότητα και έκφραση σε διαφόρους –ισμούς εκτός από αυτόν που κατ’ εξοχήν θα περίμενε κανείς να υιοθετήσει! Κατ’ επέκταση, η ευκαιρία της ελληνικής Δεξιάς να δημιουργήσει, μόνη από όλες τις υπόλοιπες πολιτικές παρατάξεις, μια αυτοφυή (και όχι μεταπρατική) ιδεολογία σπαταλήθηκε, αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο σε άλλα υβρίδια ελληνικών και εισαγομένων ιδεολογιών να εκφράσουν την πλειονότητα των λαϊκών απαιτήσεων και τελικά να εγκαθιδρύσουν πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία.
Πραγματικά, οι πορείες της Δεξιάς/αστικής παράταξης και της ευρύτερης «δημοκρατικής» παράταξης υπήρξαν τελείως αντίθετες από το τέλος του Εμφυλίου και μετά. Ενώ η Δεξιά σταδιακά (και ιδιαίτερα μετά το 1974) αποσιώπησε ή και αποκήρυξε βασικά ιδεολογικά χαρακτηριστικά που την συνέδεαν με την ελληνική κοινωνική πραγματικότητα και τις παραδόσεις της, η ευρεία (κεντρο)Αριστερά υπέστη την αντίθετη μετάλλαξη, μετατρεπόμενη από μια λίγο-πολύ περιορισμένη και ιδεολογικά περιχαρακωμένη κάστα σε έναν λαϊκό πολιτικό φορέα («κίνημα») μέσω του καθαρτηρίου του λαϊκισμού. Κάπως έτσι, μόλις τριάντα χρόνια μετά τον Εμφύλιο, η «εθνικά ύποπτη» παράταξη είχε ήδη αντιστρέψει τους όρους του παιχνιδιού, υιοθετώντας ως δικά της βασικά μοτίβα του νεοελληνικού πολιτισμού και καθιστώντας τους κάποτε «εθνικόφρονες» απολογούμενους για σχέσεις εξάρτησης από το εξωτερικό, προδοσίες κλπ. Η ισχύς (και ανθεκτικότητα) της συμμαχίας λαϊκισμού και Αριστεράς είναι εμφανής και σήμερα, όταν τελικά ως κύριος φορέας «αντίστασης» και λαϊκής ανάτασης απέναντι στο έξωθεν επιβληθέν μνημόνιο αναδείχτηκε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α, ένα κόμμα που μόλις πριν από μερικά χρόνια ήταν το πιο ιδεολογικά και δογματικά διεθνιστικό από αυτά της κεντρικής πολιτικής σκηνής.
Μπροστά στην κυριαρχία του λαϊκισμού και την στυγνή χρήση του από φορείς της «δημοκρατικής» παράταξης, η Δεξιά αυτοπεριορίστηκε στον ρόλο του εκφραστή ενός αναιμικού αστισμού, αδυνατώντας να τον καταστήσει ή να τον εμπλαισιώσει με ένα ευρύτερο ιδεολογικό αφήγημα. Ακόμα χειρότερα, η ιδεολογία του αστισμού, αποκομμένη από ιστορικές και κοινωνικές αναφορές που τουλάχιστον μέχρι την δεκαετία του ’60 (και με αναλαμπές στην δεκαετία του ’70 και του ’80) της έδιναν τον χαρακτήρα μιας αυτοφυούς ιδεολογικής πρότασης, κατέστη τελικά το ύστατο καταφύγιο της πολιτικής μετριότητας και του διαχειριτισμού. Σήμερα αναζητεί καταφύγιο και δικαίωση στην αναβίωση διχαστικών και πολωτικών σχημάτων, τα οποία όμως (ακριβώς επειδή η Δεξιά έχει απολέσει προ πολλού το ιδεολογικό της έρμα) μοιραία δεν θα αποτρέψουν την εκ νέου περιθωριοποίησή της.
Η ανάλυσή μας βασίζεται στην αξιωματική παραδοχή ότι οι οικουμενικές νεωτερικές ευρωπαϊκές ιδεολογίες δεν μπορούν παρά να αποτελούν εισαγόμενα προϊόντα στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα, για λόγους που έχουν να κάνουν με την ιστορία και χαρακτηριστικά του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι δυτικά ιδεολογικά σχήματα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά για να εκφράσουν τάσεις και αιτήματα της ελλαδικής κοινωνίας (ούτε φυσικά υπαινισσόμαστε καθ’ οιονδήποτε τρόπο ότι όσοι αυτοχαρακτηρίζονται με βάση αυτά τα ιδεολογικά σχήματα πάσχουν από… «μειωμένη ελληνικότητα»!). Υπάρχουν όμως επιτυχημένοι και λιγότερο επιτυχημένοι τρόποι για να γίνει αυτό. Και κυρίως, σημειώνεται βασική διαφορά εάν αυτό συμβαίνει ως αυθεντική έκφραση διαφορετικών ρευμάτων μέσα στο σώμα του Νέου Ελληνισμού ή αν γίνεται το αντίθετο, αν δηλαδή καταβάλλεται προσπάθεια η ξένη «φόρμα» να λειτουργήσει ως… ζουρλομανδύας μέσα στον οποίο θα πρέπει με το ζόρι να χωρέσουν ομάδες και τάσεις της ελληνικής κοινωνίας.
Αν σκεφθούμε τα δυο σημαντικότερα ιδεολογικά ρεύματα της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας στον εικοστό αιώνα, τον φιλελευθερισμό και τον σοσιαλισμό, θα δούμε ότι στην νεώτερη ελληνική ιστορία υπάρχουν παραδείγματα και επιτυχημένης/αυθεντικής και αποτυχημένης/ιδεολογικοποιημένης πρόσληψής τους. Άλλος ο Βενιζελισμός των αρχών του εικοστού αιώνα, όταν ο όρος «φιλελεύθερος» ενέδυσε μια ευρεία κοινωνική συμμαχία που είχε μορφοποιηθεί γύρω από τα δίδυμα αιτήματα εκσυγχρονισμού και εθνικής ολοκλήρωσης, και άλλο οι πάσης φύσεως «φιλελεύθεροι» των χρόνων της ελληνικής ευρωκρίσης, που ακόμα αδυνατούν να καταλάβουν γιατί τα κακοχωνεμένα τσιτάτα του Φρήντμαν και του Χάγιεκ αποτυγχάνουν να βρουν έστω και στοιχειώδη λαϊκή απήχηση μεταξύ των «ιθαγενών». Κατ’ αντιστοιχία, άλλος ήταν ο τρόπος που ο σοσιαλισμός και τα αιτήματα κοινωνικής δικαιοσύνης προσελήφθησαν και προσαρμόστηκαν στην ελληνική πραγματικότητα από τους νέους διανοητές της δεκαετίας του ’10 και τους συγγραφείς της δεκαετίας του ’30, και άλλος ο δογματικός σοσιαλισμός που με σχεδόν θρησκευτικό ζήλο εξέφρασε τελικά το ΚΚΕ.
Τα παραπάνω βεβαίως αποτελούν μέρος της προβληματικής πολιτικών χώρων στην Ελλάδα διαφορετικών από την Δεξιά. Παρατίθενται όμως εδώ για να καταδείξουν κατ’ αντιδιαστολή το βασικό επιχείρημα αυτού του σημειώματος: ότι σε αντίθεση με τον φιλελευθερισμό και τον σοσιαλισμό, δυο ιδεολογίες που συνδυάζουν την σιγουριά της «επιστημονικής» ανάλυσης με την αφοσίωση της θρησκευτικής πίστης και που εκ των πραγμάτων θεωρούνται δυνητικά εφαρμόσιμες παντού και πάντα, ο συντηρητισμός είναι η ιδεολογία η οποία έχει ως μόνη βασική οικουμενική αναφορά της (και επομένως μόνη απαίτηση γενικής εφαρμογής) ακριβώς την απόρριψη δογματικών «πιστεύω» που αδιαφορούν για το ευρύτερο πολιτικό, κοινωνικό και αξιακό περιβάλλον μέσα στο οποίο ασκείται η πολιτική ή το υποτιμούν. Σε αντίθεση με τον φιλελευθερισμό και τον σοσιαλισμό, ιδεολογία του συντηρητισμού είναι η πολιτική πράξη σύμφωνα με το παραδεδομένο αυτό πλαίσιο. Με αυτό ως δεδομένο, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ένας συντηρητισμός στον κόσμο (όπως υπάρχει, τουλάχιστον στην θεωρία και στο επίπεδο κάποιων βασικών αρχών, ένας φιλελευθερισμός ή ένας σοσιαλισμός), αλλά πολλοί συντηρητισμοί, ανάλογα με το περιβάλλον μέσα στο οποίο δρουν οι πολιτικές ιδεολογίες που θέτουν ως προτεραιότητα την διατήρηση αξιών και παραδόσεων ως το ευχερέστερο πλαίσιο για την υλική και πνευματική πρόοδο μιας κοινωνικής και πολιτικής ομάδας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο συντηρητισμός είναι η μοναδική από τις γνωστές ιδεολογίες/σχήματα της νεωτερικότητας που μπορεί να μεταφερθεί και να εφαρμοστεί με πληρότητα σε πλαίσια εκτός του πυρήνα της νεωτερικής Δύσης. Στον συντηρητισμό, η ένταση μεταξύ της οικουμενικότητας της ιδεολογίας και της εντοπιότητας της πράξης απλούστατα και εξ ορισμού δεν υφίσταται.
Αυτή η δυαδικότητα του συντηρητικού φαινομένου το καθιστά κατ’ εξοχήν ευέλικτο, και γι’ αυτό στην πραγματικότητα πολύ περισσότερο οικουμενικό από τις επιστημονιστικές εμμονές του φιλελευθερισμού και του σοσιαλισμού. Φυσικά, υπάρχουν κάποια στοιχεία που μπορούν να θεωρηθούν ίδια του συντηρητικού τρόπου διαχρονικά και σε διαφορετικά εθνικά πλαίσια (για παράδειγμα, η έμφαση στην πνευματική υφή των δεσμών που συνέχουν μια κοινότητα ή η μετριοπάθεια της πολιτικής πράξης). Πέραν αυτών όμως, κάθε συντηρητισμός έχει τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και κουβαλάει το δικό του ιδιαίτερο ιστορικό βάρος. Το έργο του Έντμουντ Μπερκ για παράδειγμα, το κλασσικό κείμενο του βρεττανικού συντηρητισμού, πολύ δύσκολα θα έβρισκε εφαρμογή ακόμη και σε σύγχρονες του Μπερκ χώρες πέραν της πατρίδας του. Κάποιες σταθερές της συντηρητικής σκέψης απαντώνται στον Μπερκ – βασικότερη όλων, ο ρόλος της θρησκείας ως θεματοφύλακα της συνοχής της εθνικής ενότητας. Οι μακροσκελείς αναλύσεις του όμως για την φυσική ανωτερότητα του αγγλικού κοινοβουλευτισμού ή του αγγλικού οικονομικού συστήματος της εποχής μικρή πρακτική σημασία έχουν για άλλες χώρες και για την σημερινή ιστορική συγκυρία.
Από τα παραπάνω προκύπτει επομένως ότι η διατύπωση μιας συντηρητικής πολιτικής πρότασης εμπεριέχει μια μεγάλη πρόκληση αλλά και μια μεγάλη υπόσχεση. Η πρόκληση αφορά στο γεγονός ότι η συντηρητική πολιτική πρόταση δεν προσφέρεται για εύκολη και μεταπρατική χρήση ξένων προτύπων και μοντέλων, όπως ο φιλελευθερισμός ή ο σοσιαλισμός – ή εν πάση περιπτώσει έχει νόημα μέχρι ενός σημείου μόνο. Αν αναλογιστούμε τα πιο επιτυχημένα παραδείγματα ακραιφνούς συντηρητικής πολιτικής μεταπολεμικά στην Ευρώπη, δηλαδή το βρεττανικό Συντηρητικό Κόμμα και την Γκωλική παράταξη στην Γαλλία, θα δούμε ότι πέραν μιας γενικής κατεύθυνσης (την οικοδόμηση μιας διαταξικής συμμαχίας γύρω από τον στόχο της πολιτικής και οικονομικής ευρωστίας του έθνους-κράτους) παρέχουν μάλλον ελάχιστες πρακτικές και συγκεκριμένες συμβουλές για ένα συντηρητικό πρόγραμμα σε μια άλλη χώρα. Ένα τέτοιο μπορεί να αναδειχθεί μόνο μέσα από ενδογενείς διαδικασίες που θα διυλίσουν την εθνική παράδοση και αξίες σε ένα πρόγραμμα πρακτικό το οποίο να απαντάει σε επίκαιρες ανάγκες. Από την άλλη μεριά, τα παραδείγματα της Βρεττανίας και της Γαλλίας αποτυπώνουν και την υπόσχεση που ένα αυθεντικό και καλά σχεδιασμένο συντηρητικό πρόγραμμα περιλαμβάνει: την εγκαθίδρυση μιας πολιτικής ηγεμονίας στηριγμένης από την μια μεριά στην ισχύ των παραδοσιακών αξιών μια κοινωνίας και από την άλλη μεριά στην δυνατότητα που η ευέλικτη υφή της συντηρητικής ιδεολογίας παρέχει για προσαρμογή και ευαρμοστία στις εκάστοτε καινούργιες συνθήκες.
Αντί όλων αυτών, είναι εντυπωσιακό το ότι το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας από την ίδρυσή του ακόμα αναζήτησε ιδεολογικά εργαλεία σχεδόν παντού στο ιδεολογικό φάσμα της νεωτερικότητας εκτός από τον συντηρητισμό! Το σημείο αναφοράς (και εκκίνησης αυτής της διαδικασίας) αποτελεί φυσικά ο ορισμός της ιδεολογίας της Ν.Δ. το 1979 με την φράση «ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός» από τον ίδιο τον ιδρυτή του κόμματος Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο «ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός» φαινομενικά συγχρόνιζε τον βηματισμό της Ν.Δ. με τις διεθνείς εξελίξεις, καθώς αφορούσε στην διαχείριση ενός συστήματος μεικτής οικονομίας, του κυρίαρχου στην δυτική Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (αν και η «συντηρητική επανάσταση» των Θάτσερ-Ρήγκαν ήταν προ των πυλών), δεν έπαυε όμως να αποτελεί προϊόν ιδεολογικού μεταπρατισμού και να αντανακλά το αίσθημα περιχαράκωσης της Δεξιάς στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Ο ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός λειτούργησε κυρίως σαν υποκατάστατο «αμαρτωλών» λέξεων της εποχής όπως η «Δεξιά», ενώ τα όριά του κατέστησαν σαφή υπό την διπλή πίεση αφ’ ενός της κυριαρχίας του ΠΑ.ΣΟ.Κ. μετά το 1981 και αφ’ ετέρου της ραγδαίας υποχώρησης του συστήματος της μεικτής οικονομίας στον δυτικό κόσμο.
Δεδομένης της χρονικής στιγμής στην οποία διατυπώθηκε ως ιδεολογική ταυτότητα της Ν.Δ., έναν χρόνο προ της μεταπηδήσεως του Καραμανλή στην θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας, δυο χρόνια προ της νίκης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και ακριβώς στην μεταβατική περίοδο προ της ανάδυσης και κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού, ο «ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός» απέκτησε περισσότερο τον χαρακτήρα της συμπύκνωσης των επιτευγμάτων και της εποχής του ίδιου του Κωνσταντίνου Καραμανλή παρά τον χαρακτήρα ενός πλαισίου μέσα στο οποίο θα μπορούσαν να απορροφηθούν νέα αιτήματα και νέες συνθήκες. Ίσως γι’ αυτό ο «ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός» ταυτίστηκε πολύ γρήγορα με το πρόσωπο του ίδιου του Καραμανλή, με τον όρο «καραμανλισμός»/«καραμανλικός» να καθίσταται, ιδιαίτερα επί ηγεσίας Έβερτ 15 ολόκληρα χρόνια αργότερα, σχεδόν κυρίαρχος στον αυτοπροσδιορισμό του κόμματος, ενώ διατηρεί και σήμερα σημαντικά ερείσματα ως αυτοπροσδιορισμός σημαντικού μέρους στελεχών αλλά και ψηφοφόρων του κόμματος ελλείψει εναλλακτικών.
Η μεγαλύτερη συνέπεια του καραμανλικού αφηγήματος περί «ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού» ήταν φυσικά το ότι η Ν.Δ. από πολύ νωρίς παραιτήθηκε από την προσπάθεια δημιουργίας ενός διακριτού και αυθεντικού ιδεολογικού πλαισίου για τον χώρο της Δεξιάς στην Ελλάδα. Αντίθετα, όπως παραδέχονται και αναλύσεις που εντάσσονται στον μηχανισμό ιστορικής απολογίας και προώθησης της καραμανλικής κληρονομιάς, ο «ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός» ήταν περισσότερο η ιδεολογία του μοντέλου της μεταπολεμικής οικονομίας που στην Ελλάδα βρήκε διαχρονικά εκφραστές σε όλους τους πολιτικούς χώρους (την Δεξιά, το Κέντρο, και ακόμα και την μετριοπαθή Αριστερά), παρά μια ιδεολογία που ξεπήδησε από τις ανάγκες, το θυμικό και την συλλογική ταυτότητα της Δεξιάς. Ήταν η ιδεολογία του μετριοπαθούς αστισμού, της πρακτικής διαχείρισης (ή ήπιας μεταρρύθμισης), χωρίς τίποτα το ξεχωριστά «δεξιό» ή αξιακό στην διατύπωσή της. Με αυτόν τον τρόπο η Ν.Δ. οριζόταν όχι ως η έκφραση ενός πολιτικού χώρου με συγκεκριμένες κοινωνικές αναφορές, αλλά ως ένας μηχανισμός αποκαθαρμένος από κάθε «επικίνδυνη» ιδεολογική αναφορά. Υπό αυτήν την έννοια, αν και ο ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός συμπύκνωνε υποτίθεται το αίτημα εκσυγχρονισμού της Ελληνικής οικονομίας υπό την ηγεσία της μεταπολεμικής αστικής παράταξης, στην πραγματικότητα δεν χρησίμευσε σε τίποτα περισσότερο παρά στην διαιώνιση της εξάρτησης της κοινωνικής βάσης της Δεξιάς από ένα παλιομοδίτικο σύστημα προστασίας και πελατείας, οι εκλογικές ανάγκες του οποίου υπαγόρευαν την από πάνω ιδεολογική χειραφέτηση (ου μη λοβοτόμηση) αυτής της βάσης. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό το πώς οι συνεχείς επικλήσεις στο όνομα του ιδρυτή του κόμματος εκπληρώνουν ακριβώς τις ίδιες λειτουργίες στην σχέση μεταξύ της λαϊκής βάσης της Δεξιάς και του μηχανισμού της Ν.Δ. ακόμα και σήμερα.
Υπό την ηγεσία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη η Ν.Δ. υιοθέτησε τον αυτοχαρακτηρισμό «φιλελεύθερη». Αυτό εν μέρει αντανακλούσε τις οικογενειακές και πολιτικές καταβολές του αρχηγού της, εντασσόταν όμως κυρίως σε μια συνεπή προσπάθεια συντονισμού του ιδεολογικού προφίλ του κόμματος με τις διεθνείς εξελίξεις της δεκαετίας του ’80. Το αίτημα της «ελευθερίας» αντανακλούσε ένα βασικό μοτίβο της δυτικής ιδεολογίας κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, και κατ’ επέκταση βρήκε εφαρμογή σχεδόν με φυσικό τρόπο στην Ελλάδα στα χρόνια έντονης πόλωσης απέναντι σε μια σοσιαλιστική κυβέρνηση που αρεσκόταν σε ψυχροπολεμικές αναφορές (τόσο παρελθοντικές, με απώτερη αναφορά στα χρόνια του ελληνικού Εμφυλίου, όσο και σύγχρονες). Οι αναφορές στον φιλελευθερισμό και στην βενιζελική παράδοση επέτρεψαν επίσης την αναβάπτιση του κόμματος της Δεξιάς σε εκφραστή μιας ευρύτερης αστικής παράταξης, φορέα των αναδυόμενων τότε ιδεών των Ρήγκαν-Θάτσερ περί φιλελευθεροποίησης της οικονομίας – άλλο ένα αίτημα το οποίο όχι μόνο ευθυγράμμιζε την Ν.Δ. με τα διεθνώς κρατούντα αλλά και δημιουργούσε ένα εναλλακτικό όραμα εξουσίας στα χρόνια της υπερεπέκτασης του κράτους υπό το ΠΑ.ΣΟ.Κ.
Υπό μια έννοια λοιπόν, ο «φιλελευθερισμός» του ’80 ήταν μια προσπάθεια ανάλογη με τον «ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό» του ’70, να βρεθεί δηλαδή μια επανανοηματοδότηση της ελληνικής Δεξιάς μέσα σε ένα έξωθεν προγραμματικό-ιδεολογικό πλαίσιο και σε μια πολιτική ταυτότητα δανεισμένη από το εξωτερικό. Και οι δυο προσπάθειες εκκινούσαν επίσης από την ίδια παραδοχή: ότι η παράταξη της Δεξιάς πρέπει να επεκταθεί πέρα από τα στενά όριά της, και γι’ αυτόν τον σκοπό χρειάζεται η εγκόλπωσή της σε ένα ιδεολογικό πλαίσιο ευρύτερο και ελκυστικότερο. Ακόμα και έτσι, το φιλελεύθερο εγχείρημα των ετών Μητσοτάκη (ενός πολιτικού που ποτέ δεν μπόρεσε να αποσείσει πλήρως την εικόνα του ξένου μέσα στην παράταξη) ήταν παραδόξως το συνεπέστερα δεξιό σε όλα τα χρόνια ύπαρξης της Ν.Δ. – και πριν και έκτοτε. Σε αυτό βοήθησε βεβαίως το γενικότερο πλαίσιο της εποχής, με την πόλωση και τον βαθύ διχασμό της ελληνικής κοινωνίας στα χρόνια κυριαρχίας του Ανδρέα Παπανδρέου.
Αν και δάνειος και μεταπρατικός, αυτό που για χρόνια κατόπιν κυριάρχησε να χαρακτηρίζεται σκωπτικά ως «νεοφιλελευθερισμός» της μητσοτακικής Ν.Δ. περιείχε ιδεολογικά στοιχεία που ανταποκρίνονταν τόσο σε νέα αιτήματα όσο και σε παραδοσιακές ταυτοτικές ανάγκες ενός μεγάλου κομματιού της ελληνικής κοινωνίας: αντίδραση στην στυγνή κομματοκρατία, αντίσταση στην κατάρρευση και στον ευτελισμό θεσμών και της δημόσιας τάξης, υποστήριξη ενός εναλλακτικού οικονομικού μοντέλου με σαφή αντιστοίχηση στο κοινωνικοοικονομικό προφίλ του μεγάλου μέρους της βάσης του κόμματος την εποχή εκείνη κ.λπ. Σε εποχές που ο διχασμός λάμβανε σχεδόν πολιτιστικές διαστάσεις (η «σύγκρουση των δυο κόσμων»), ο φιλελευθερισμός του βενιζελογενούς Μητσοτάκη παραδόξως διετύπωσε με την μεγαλύτερη δυνατή συνέπεια τις φοβίες και φιλοδοξίες της Δεξιάς την δεδομένη στιγμή μέσω της απορρόφησής της σε μια ευρύτερη ταυτότητα μάχιμου και ρωμαλέου αστισμού μπροστά στον λαϊκισμό του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Πραγματικά, σε πλείστα όσα επίπεδα (προγραμματικός λόγος, θέσεις στην οικονομία, θέσεις σε ζητήματα αρχών και αξιών, κοινωνικοοικονομικό προφίλ των ψηφοφόρων της), η Ν.Δ. στα χρόνια του Μητσοτάκη εκπλήρωνε όλα τα κριτήρια ενός «συντηρητικού» κόμματος με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα, ενώ παράλληλα εξέφρασε με το συνεπέστερο δυνατό τρόπο χαρακτηριστικά αιτήματα και ανησυχίες της ελληνικής Δεξιάς.
Στα χρόνια της ηγεσίας του Κώστα Καραμανλή, η ιδεολογική αναζήτηση οδήγησε την Ν.Δ. στην συνάντηση με το κυρίαρχο και πιο επιτυχημένο ρεύμα της κεντροδεξιάς στην Ευρώπη, την Χριστιανοδημοκρατία. Η ενεργότερη συμμετοχή της Ν.Δ. και των στελεχών της στις διεργασίες και διαδικασίες του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος επέτρεψε την έκθεση του κόμματος στις εντυπωσιακές οργανωτικές και ιδεολογικές δομές του σημαντικότερου κομματικού σχηματισμού στην Ευρώπη μεταπολεμικά, της γερμανικής Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU) – μια διαδικασία την οποία υπέστησαν και άλλα μη-Χριστιανοδημοκρατικά κόμματα που εντάχθηκαν σταδιακά στο ΕΛΚ κατά την περίοδο γιγάντωσης του τελευταίου την δεκαετία του ’90. Ιδιαίτερα για την Ν.Δ., το πολιτικό προφίλ της γερμανικής Χριστιανοδημοκρατίας ταίριαζε απόλυτα με τις στρατηγικές και πολιτικές προτεραιότητες της τότε ηγεσίας του κόμματος περί προσέγγισης του «μεσαίου χώρου» και της δημιουργίας ενός μετριοπαθούς προφίλ τόσο σε οικονομικά όσο και σε κοινωνικά-αξιακά ζητήματα. Η «κοινωνική οικονομία της αγοράς» (soziale Marktwirtschaft) φαινόταν σαν ένα μοντέλο που μπορούσε εύκολα να μεταφερθεί στα ελληνικά πράγματα, επιτρέποντας την ιδεολογικά συνεπή σύνδεση των οικονομικά φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων που το κόμμα θεωρητικά στήριζε με έναν λόγο προστατευτικό, καθησυχαστικό και πατερναλιστικό. Στον πολιτικό λόγο κομματικών στελεχών και στις ιδεολογικές αναζητήσεις ερευνητών και πανεπιστημιακών κοντά στην Ν.Δ. και την ηγεσία της, η γερμανική επιρροή ήταν ιδιαίτερα εμφανής στα χρόνια αμέσως πριν την τελική κατάκτηση της εξουσίας το 2004. Βέβαια, οι αναφορές στην Χριστιανοδημοκρατία ήταν περισσότερο έμμεσες και σπάνια γίνονταν ονομαστικά. Αντίθετα, κυριάρχησε τελικά ο όρος «κεντροδεξιά», ο οποίος και υιοθετήθηκε στην Ευρώπη από το μεγεθυμένο ΕΛΚ όταν ολοκληρώθηκε η σύζευξη χριστιανοδημοκρατικών και συντηρητικών κομμάτων υπό την σκέπη του.
Το τί επακολούθησε αποτελεί φυσικά ένα εξαιρετικό παράδειγμα των πρακτικών συνεπειών που μπορεί να έχει ο ιδεολογικός μεταπρατισμός. Η Χριστιανοδημοκρατία, μια διεθνική ιδεολογία με ρίζες στην ρωμαιοκαθολική πολιτική/κοινωνική σκέψη, μεταφράστηκε στο ελληνικό πλαίσιο ως το ιδεολογικό άλλοθι ενός μείγματος μεταρρυθμιστικής στασιμότητας και light κοινωνικού συντηρητισμού. Η Ν.Δ. της εποχής κατόρθωσε να διαπράξει ταυτόχρονα τα δυο μεγαλύτερα λάθη που ένας ιδεολογικός μεταπράτης θα μπορούσε να κάνει: από την μια αναζήτησε ιδεολογική νομιμοποίηση και ιδέες σε ένα πρότυπο εξαιρετικά επιτυχημένο και εκ πρώτης όψεως φιλόδοξο και αποτελεσματικό, ταυτόχρονα όμως δημιούργημα συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών σε κάποιες χώρες της κεντρικής-δυτικής Ευρώπης, για την εφαρμογή του οποίου υπήρχαν στην Ελλάδα ελάχιστες κοινωνικές συνθήκες. Από την άλλη, η Χριστιανοδημοκρατία, πακεταρισμένη στο ιδεολόγημα του «μεσαίου χώρου», υπέστη την σχετική κοπτοραπτική για να χωρέσει στις ανάγκες ενός κομματικού μηχανισμού που αναζητούσε κυρίως την τακτοποίηση της πελατείας της στο κράτος και μιας πολιτικής ελίτ που ενδιαφερόταν κυρίως για την μηντιακή, και όχι πολιτική, διαχείριση των προβλημάτων της χώρας. Η κοινωνική οικονομία της αγοράς (που σημαίνει πολύ συγκεκριμένα πράγματα για την λειτουργία τόσο της ελεύθερης αγοράς όσο και του κοινωνικού κράτους και που προϋποθέτει πολύ συγκεκριμένες κοινωνικές και θεσμικές δομές) μεταφράστηκε ως «ήπια προσαρμογή», κρατισμός και χαλαρή, επιπόλαιη δημοσιονομική πολιτική. Τελικά, το εξαιρετικά πυκνό και συναρπαστικό ιδεολογικό σύστημα της Χριστιανοδημοκρατίας μεταφράστηκε στα καθ’ ημάς περισσότερο ως ραθυμία παρά ως ιδεολογική πρόταση – ως μια γαλάζια εκδοχή πελατοκρατικού διαχειριτισμού με ελάχιστες διαφορές με τον αντίστοιχο πράσινο διαχειριτισμό τον οποίο διαδέχτηκε. Η τελική κατάληξη ήταν, φυσικά, ο συνολικός εκτροχιασμός της χώρας.
Η παραπάνω ιστορική αναδρομή έγινε για να καταδείξει ότι οι ιδεολογικές αναζητήσεις δεν έλειψαν από τον χώρο δεξιότερα του κέντρου στην μεταπολιτευτική Ελλάδα. Το αντίθετο. Το κοινό όμως όλων αυτών των αναζητήσεων ήταν η προσπάθεια εμπλαισίωσης ενός πολιτικού χώρου στην σύγχρονη Ελλάδα με συγκεκριμένες κοινωνικές και αξιακές αναφορές σε ιδεολογικά και ρητορικά σχήματα που προέρχονταν από την Δύση, ιδεολογίες με διεθνικές αναφορές και φορείς οικουμενικών πλαισίων αναφοράς από την μια αλλά και λιγότερο ή περισσότερο ξένες προς την ελλαδική πραγματικότητα από την άλλη. Σε όλες τις περιπτώσεις ο πολιτικός και κοινωνικός χώρος της Δεξιάς στην Ελλάδα μπήκε σε διάφορα καλούπια, ανάλογα κυρίως με τις στρατηγικές και κομματικές ανάγκες του κυρίως κόμματος-εκφραστή του, της Ν.Δ., αντί να γίνει το αντίθετο: να γίνει δηλαδή η Ν.Δ. εκφραστής των αξιών και ιδεών που ο κοινωνικός της χώρος πρεσβεύει και να τις συστηματοποιήσει σε ένα ιδεολογικό πλαίσιο (το οποίο βεβαίως και θα εξελισσόταν αργότερα προσαρμοζόμενο σε νέες ανάγκες και συνθήκες). Ουσιαστικά δηλαδή, η μεταπολιτευτική Ν.Δ. παραιτήθηκε εξ’ αρχής από την προσπάθεια που κατέβαλλαν όλα τα κόμματα της (κεντρο)δεξιάς στην Ευρώπη, συντηρητικά ή Χριστιανοδημοκρατικά, να γίνει ο εκφραστής των παραδοσιακών αξιών του έθνους-κράτους μέσα στο οποίο δρα και να θέσει το πρόταγμα δημιουργίας μιας ευρείας κοινωνικής συμμαχίας γύρω ακριβώς από αυτές τις αξίες. Αντ’ αυτού, η διατύπωση του κυρίαρχου αξιακού πλαισίου μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα η πολιτική διαπάλη στην Ελλάδα αφέθηκε στους αντιπάλους της, οι οποίοι μπόρεσαν να συμπληρώσουν τα αριστερά ιδεολογήματά τους με την αυθεντικότητα και την ορμή του λαϊκού.
Από τα παραπάνω προκύπτει η επείγουσα ανάγκη συστηματοποίησης και οργάνωσης των βασικών αρχών και αξιών του πολιτικού και κοινωνικού χώρου της Ελληνικής Δεξιάς από τα κάτω. Μόνο όταν συντελεστεί αυτό και δημιουργηθεί ένα συμπαγές σύστημα αξιών και ιδεών, μια αυθεντικά Ελληνική συντηρητική ιδεολογία, έχει νόημα να προχωρήσει κανείς στην προγραμματική διατύπωση των προτεραιοτήτων και προτάσεων της συντηρητικής παράταξης. Η διατύπωση του βασικού αξιακού πλαισίου του ελληνικού συντηρητισμού φυσικά θα γίνει με διπλή αναφορά τόσο στο παρελθόν και τις κοινωνικές καταβολές της ελληνικής Δεξιάς, όσο και στις παρούσες συνθήκες που επιζητούν εναγωνίως ένα νέο πλαίσιο επίλυσης και διαπραγμάτευσης προβλημάτων πολιτικής. Αυτή η μέθοδος, με την ζύμωση στην κοινωνία να προηγείται και την πολιτική-προγραμματική (και ενδεχομένως κομματική) έκφραση να έπεται, είναι το αντίθετο με αυτό που συνέβαινε μέχρι σήμερα στις σχέσεις της βάσης της Δεξιάς με την κυρίως μέχρι πρότινος κομματική έκφρασή της, την Ν.Δ.
Συνιστά επίσης την υπέρβαση ενός πολλαπλώς επιβλαβούς ρήγματος που διατρέχει σε όλη την διάρκεια της μεταπολιτευτικής περιόδου το σώμα της ελληνικής Δεξιάς (ακριβώς επειδή η Ν.Δ. ιστορικά ετεροκαθορίζεται στο κομματικό σύστημα με βάση αυτήν την διαίρεση): το ρήγμα μεταξύ αστισμού και λαϊκότητας. Ιστορικά, η λαϊκότητα της βάσης της Δεξιάς ετίθετο στο περιθώριο προς όφελος μιας κυρίαρχης αστικής ατζέντας. Το αποτέλεσμα ήταν διττό: από τη μια μεριά, η ίδια η Ν.Δ. παρέλυε σε κρίσιμες στιγμές καθώς η αστική ατζέντα, όσο κυρίαρχη και αν εμφανιζόταν, αποδεικνυόταν ότι είχε τελικά λιγότερα ερείσματα στην λαϊκή βάση της Δεξιάς απ’ ό,τι φαινόταν (η διακυβέρνηση Μητσοτάκη και οι απανωτές διασπάσεις της Ν.Δ. στα χρόνια 2010-2012 αποτελούν ενδεικτικά παραδείγματα αυτού). Από την άλλη μεριά, η κουλτούρα της λαϊκότητας και οι παραδοσιακές αξίες αφήνονταν βορά στους κομματικούς αντιπάλους της Δεξιάς, είτε για να τις εκφράσουν είτε (πολύ συχνότερα) ακόμα και να τις μεταπλάσουν και ανανοηματοδοτήσουν (το ’21 ως «ταξικός αγώνας», η αντίσταση ως «νέο αρματολίκι» κ.λπ.). Η ελληνική Δεξιά σήμερα είναι μοναδικό φαινόμενο (παγκοσμίως ίσως) συντηρητικής παράταξης που στέκεται αμήχανα και φοβικά απέναντι σε παραδοσιακές αξίες και ιδέες του έθνους της, που όμως διαχρονικά έχουν απορροφηθεί με μεγάλη ευκολία σαν μοτίβα στον λόγο των αντιπάλων της!
Η διατύπωση ενός συνεχούς, συνεπούς και φιλόδοξου συντηρητικού προγράμματος δεν αποτελεί επομένως άλλη μια προσπάθεια εμπλαισίωσης ενός πολιτικού-κοινωνικού χώρου σε ξενόφερτα σχήματα και πρότυπα. Ο ελληνικός συντηρητισμός θα προκύψει από τα κάτω, μέσα από μια επίπονη προσπάθεια διατύπωσης ενός ιδεολογικού συστήματος χαρακτηριστικά αυτοφυούς. Η διαδικασία θα είναι κάθε άλλο παρά εύκολη. Θα απαιτήσει όχι μόνο συλλογή ετερόκλητων ενίοτε αναφορών αλλά πολλές φορές και την επίλυση μακροχρόνιων εσωτερικών αντιφάσεων στην ελληνική συντηρητική σκέψη. Η υπόσχεση όμως είναι ότι στο τέλος του δρόμου μπορεί να αναδυθεί ένα ιδεολογικό πλαίσιο με προοπτικές δημιουργίας ηγεμονικού πολιτικού προγράμματος, ειδικά αν ο συντηρητισμός μπορέσει να καταστεί ο βασικός κορμός και εκφραστής της άνισα και ατελώς εκπροσωπούμενης λαϊκότητας, παγιδευμένης σήμερα μεταξύ του στείρου και υπεροπτικού αστισμού των κυβερνητικών κομμάτων και του αδιέξοδου λαϊκισμού της αντιπολίτευσης. Μέχρι να συμβεί αυτό όμως, και για να χρησιμοποιήσουμε γλώσσα προσφιλή στους τρέχοντες εκπροσώπους της κυρίως κομματικής αποτύπωσης της Δεξιάς, «θέλει δουλειά πολλή»._

http://www.antibaro.gr

Advertisements

One thought on “Η ΕΞΟΡΙΣΤΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s