Γλωσσολογία και ορθογραφία

Tης Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη (Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών)

Πολύς κόπος καταβάλλεται σε έγκριτα λεξικά της νεοελληνικής γλώσσας προκειμένου να μας πείσουν ότι η γραφή αβγό και αφτί είναι η σωστή έναντι της σχολικής (όπως τη χαρακτηρίζουν) ορθογραφίας αυγό και αυτί. Εξετάζοντας την επιχειρηματολογία τους, βρίσκω αδύνατα σημεία.

Στο Λεξικό Μπαμπινιώτη (σ. 43) παρουσιάζεται η ακόλουθη πορεία για τη λ. αυγό: τα ωά > ταωά > ταuά > ταγuά > ταuγά. Το u θεωρείται από τους γλωσσολόγους φωνηεντικό ημίφωνο, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση εμφανίζει συμφωνική προφορά /v/ πριν από το ηχηρό γ. Τι εμποδίζει λοιπόν να μη μεταγράψουμε ταuγά ως τ’ αυγά, αφού και οπτικώς το u ταιριάζει με το υ, και ουσιαστικώς ο συνδυασμός αυ– αποδίδει το /v/ που έχει προκύψει από τη φωνητική εξέλιξη; Υπενθυμίζω ότι οι συνδυασμοί αυ– και ευ– στη νεοελληνική έχουν διπλή προφορά: αβ και εβ μπροστά από φωνήεν ή ηχηρό σύμφωνο, ενώ αφ και εφ μπροστά από άηχο σύμφωνο (π.χ. αύρα, Αύγουστος, ευωδιάζω, ναύτης, ευχαριστώ). Το επιχείρημα ότι η λ. αυγό «δεν δικαιολογείται να γραφεί με δίφθογγο αυ-, διότι η δίφθογγος δεν υπήρχε εξ αρχής στη λέξη» δεν ευσταθεί, καθώς ούτε ο συνδυασμός αβ– υπήρχε εξαρχής στη λέξη. Τόσο το αυ– όσο και το αβ– αποδίδουν εξ ίσου καλά τη φωνητική εξέλιξη /av/· ως εκ τούτου η λέξη μπορεί να γραφεί διττώς. Παρομοίως το αυτί (έ.α. σ. 337). Η πορεία της λέξης είναι: τα ωτία > ταουτία > tautia > tavtia > taftia. Η φωνητική εξέλιξη /af/ δηλώνεται στα νέα ελληνικά είτε με το αυ- είτε με το αφ-. Είναι θέμα προτίμησης να γραφεί αυτί ή αφτί καθώς δεν υπάρχει ετυμολογική βάση ούτε για το υ ούτε για το φ.

Επειδή βρίσκω τις γραφές αυγό και αυτί πολύ πιο κοντά στις βαθμίδες ταuγά και ταουτία, επειδή αγαπώ να χρησιμοποιώ φωνήεντα καθώς η ελληνική (γλώσσα πλούσια σε φωνήεντα) είναι η μητρική μου γλώσσα, επιλέγω τη γραφή με –υ-. Το υ δείχνει στα μάτια μου πιο κομψό και χαρούμενο, είναι ανοιχτό και βλέποντάς το ανοίγει η ψυχή μου έναντι των κλειστών β, φ.

Η λ. ορθοπαιδική είναι άστοχη για να αποδώσει τον ιατρικό κλάδο που ασχολείται με τις παθήσεις του μυοσκελετικού συστήματος. Οι ιατροί αυτού του κλάδου δεν ασχολούνται μόνο με παιδιά (ώστε να ευσταθεί η λέξη), αλλά μ’ όλες τις ηλικίες. Με βάση την ανωτέρω γραφή θα έπρεπε οι θεράποντες ιατροί ανάλογα με τον ασθενή τους ν’ αποκαλούνται ορθοβρεφικοί, ορθοεφηβικοί, ορθονεανικοί, ορθογεροντικοί, κ.λπ. Όμως κάτι τέτοιο είναι γελοίο. Tο ίδιο γελοίο είναι να χαρακτηρίζονται οι νάρθηκες για τετράποδα (σκύλους, γάτες, πρόβατα, κατσίκια, κ.λπ.) ως ορθοπαιδικοί!

Όταν το 1741 ο Γάλλος Nicolas Andry έπλασε τον όρο ορθοπαιδική, έπραξε ορθώς διότι αντικείμενο της ενασχόλησής του ήταν αποκλειστικά οι σωματικές δυσπλασίες των παιδιών. Τώρα όμως ο όρος δεν καλύπτει όλη την ειδικότητα. Μυοσκελετική και μυοσκελετικός ιατρός αποτελούν κατά τη γνώμη μου επιτυχέστερους χαρακτηρισμούς. Πάντως, μέχρι να βρεθεί ένας καλύτερος όρος για τον συγκεκριμένο κλάδο (η Εταιρεία τους θα μπορούσε να προκηρύξει μέσω διαδικτύου ένα βραβείο σ’ όποιον καταθέσει την καλύτερη πρόταση), καλύτερα να χρησιμοποιείται η γραφή ορθοπεδική, ορθοπεδικός. Αφήνοντας στην άκρη κατά πόσον η γραφή με –ε– οφείλεται σε παρετυμολογική σύνδεση ή όχι, θα προσπαθήσω ν’ ανιχνεύσω εκ των υστέρων την ετυμολογία της λέξης μήπως αποδειχθεί κατάλληλη για τη χρήση που επιθυμούμε. Το ρ. ορθόω σημαίνει και ‘κτίζω’, η πέδη σημαίνει ‘δεσμός’. Με τη σημασία στον ενικό χρησιμοποιεί τη λέξη ήδη ο Σημωνίδης (μέσα 7ου αι. π.Χ., απ. 7.116 W.) και στον ενικό την ερμηνεύουν ο Ηρωδιανός (Επιμερ. σ. 105.9 Boiss. πέδη, ο δεσμός), ο Ησύχιος (λ. πέδη), διάφορα βυζαντινά λεξικά όπως το Etymologicum genuinum (λ. ανδράποδον), το λεξικό τού Ζωναρά (λ. πέδη), κ.ά. Οι γιατροί αυτού του κλάδου προσπαθούν να θεραπεύσουν το πονεμένο ή τραυματισμένο μέρος του σώματος ‘δένοντάς’ το με νάρθηκες, ζώνες, κολάρα, κ.λπ. Αν δεν είναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν τον σωστό δεσμό, τότε ο ασθενής κινδυνεύει να μετατραπεί σε νευρόσπαστο που τρεκλίζει. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η γραφή ορθοπεδική / ορθοπεδικός μπορεί να χρησιμοποιηθεί άφοβα για να περιγράψει τον συγκεκριμένο ιατρικό κλάδο.

Γλωσσολογία και ελληνικά 

Αρκετούς αλλόκοτους όρους σε –ότητα έχουν πλάσει και χρησιμοποιούν οι γλωσσολόγοι: αποδεκτότητα, γραμματικότητα, καταστασιακότητα, κειμενικότητα, πληροφορητικότητα, προθετικότητα, κ.ο.κ. Πρόκειται για μη ευφυείς νεολογισμούς που έχουν προκύψει από τη μετάφραση αντίστοιχων αγγλικών όρων. Ο απλός χρήστης της νεοελληνικής απογοητεύεται καθώς θα περίμενε από επιστήμονες της γλώσσας να της φερθούν καλύτερα. Αντ’ αυτού αποδεικνύεται ότι ο γλωσσολόγος δεν ισοδυναμεί με τον ικανό γλωσσοπλάστη. Όσο για τον όρο σύμπλοκο που χρησιμοποιούν προκειμένου ν’ αποδώσουν φράσεις όπως φαύλος κύκλος, παιδική χαρά, λευκός θάνατος, κ.λπ., μου φέρνει στο νου ελληνικούρες σοφολογιότατων. Κατά τη γνώμη μου η λ. σύμπλεγμα (ενν. λέξεων) είναι πιο ομαλή και ταιριαστή από το εξεζητημένο σύμπλοκο, ενώ καλύτερη από τις δύο παραμένει η λ. φράση.

http://argolikivivliothiki.gr

Advertisements

One thought on “Γλωσσολογία και ορθογραφία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s