Η Παράταξη που δεν Έγινε Ποτέ Συντηρητική

Γράφει ο Γεώργιος Χρ. Μακρής

«Το να πειθαρχείς τον εαυτό σου να πράξει αυτό που θεωρείς ορθό και σημαντικό, αν και δύσκολο, είναι η βασική οδός προς την αξιοπρέπεια, την αυτοεκτίμηση και την προσωπική ικανοποίηση». (Μαργαρίτα Θάτσερ)

Το πατατράκ της 25ης Ιανουαρίου άνοιξε τους ασκούς της αμφισβήτησης στη δεξιά «πολυκατοικία» γεγονός που μας αναγκάζει να αναλογιστούμε τι είδους πολιτικό φορέα χρειαζόμαστε και θέλουμε ώστε να διαμεσολαβήσει το μήνυμα των πολιτικών και το αποτύπωμα της ιδεολογίας μας στη κοινωνία. Είναι πάγια θέση του υπογράφοντος και συλλήβδην του Δικτύου Ελλήνων Συντηρητικών πως δεν τίθεται απλά ζήτημα προσώπων ή  επικοινωνιακής μεθοδολογίας αλλά κυρίως γενικότερων ιδεολογικών αρχών και συνολικής πολιτικής φυσιογνωμίας της παράταξης. Δεν ενδιαφέρει τη κοινωνία η αλλαγή ηγεσίας στενά αλλά κυρίως η γενικότερη αλλαγή περιεχομένου. Το διακύβευμα λοιπόν είναι αν και κατά πόσο θα πάρουμε αμετάκλητα διαζύγιο με προβληματικές νοοτροπίες του παρελθόντος· αν θα αλλάξουμε δηλαδή το είναι καθεαυτής της παράταξης, όχι αν θα ανακυκλωθούν τα πρόσωπα στην ηγεσία. Για να το θέσουμε απλούστερα: το πρόβλημα δεν είναι αν θα αλλάξουμε το Σαμαρά με την -όποια- Ντόρα.

Έγραφα σε προηγούμενη δημοσίευση μου πως εδώ και χρόνια η εγχώρια δεξιά παρουσιάζεται διφορούμενη, με θολές θέσεις και πολλές αντιφάσεις, μπροστά σε ζητήματα που απαιτούν ξεκάθαρες απαντήσεις, φοβούμενη διαχρονικά το πολιτικό κόστος. Συγκεκριμένα έγραφα πως μετονομάζει τη μοιρολατρία ως ρεαλισμό επιλέγοντας το δόγμα του «σφάξε με πασά μου να αγιάσω». Πράγματι, είναι εξαιρετικά δύσκολο να πειθαρχείς τον εαυτό σου να πράξει το ορθό και το σημαντικό. Πόσο μάλλον να υποβάλλεις σε μια τέτοια βάσανο έναν ολάκερο πολιτικό οργανισμό. Μια τέτοια διαδικασία -όχι απλά ανασυγκρότησης της παράταξης αλλά ρήξης με το ενοχικό παρελθόν της- απαιτεί πρώτα απ’ όλα ειλικρινή ενδοσκόπηση και αυτοκριτική, όχι υποκριτική εσωστρέφεια και μεμψιμοιρία. Εξ ου και είναι, όπως διαπιστώνει κι η Βαρόνη, ο δύσκολος δρόμος. Παράλληλα όμως είναι μια επιλογή ευθύνης· σπονδή στην ατομική και συλλογική ελευθερία και βάλσαμο για όσους πιστεύουν στην εθνική μας κοινωνία· «Είναι η βασική οδός προς την αξιοπρέπεια, την αυτοεκτίμηση και την προσωπική ικανοποίηση».

Δυστυχώς όμως είναι κοινή διαπίστωση ότι μια κρυστάλλινη συντηρητική παράταξη, που θα νοηματοδοτούσε με το παράδειγμα της τον ανηφορικό δρόμο της ρήξης με τη παρακμή, απουσιάζει.

Εξηγούμαι:

Αξιοπρέπεια δεν είναι να δίνεις ένα ψάρι στο πεινασμένο για να σε ευγνωμονεί· αξιοπρέπεια είναι να διδάξεις τον πεινασμένο να ψαρεύει μόνος. Ίσως να πέφτω έξω αλλά νομίζω πως ο συγκεκριμένος πρακτικός ορισμός δεν επιδέχεται αμφισβήτησης όπως κι αν το δούμε. Αφενός γιατί ταυτίζοντας την αξιοπρέπεια με την επαιτεία από τη πλευρά του ψηφοφόρου και -στη καλύτερη των περιπτώσεων- την ευσπλαχνία-ελεημοσύνη του πολιτικού διαστρέφουμε εντελώς το νόημα της. Αφετέρου διότι ακόμη κι αν μέσω της επαιτείας ο πεινασμένος χορτάσει μια φορά, θα πεινάσει άλλες δέκα χιλιάδες μέχρι -νομοτελειακά- να χαθεί και δεν είναι καθόλου βέβαιο πως πάντα κάποιος θα βρίσκεται να τον στηρίζει. Στον αντίποδα η δοκιμασία της κατάκτησης της τέχνης του ψαρέματος -αν και αποτελεί τη δύσκολη, εκκεντρική και ίσως εξεζητημένη επιλογή τόσο για το πολίτη όσο και για τον πολιτικό εφόσον a priori καταργεί τη μεταξύ τους πελατειακή εξάρτηση- εγγυάται πως το πρόβλημα λύνεται εν τη γενέσει του: ο πεινασμένος είναι πάντα χορτασμένος αφού έμαθε για πάντα να ψαρεύει. Κι αν αναρωτιέστε ποιο κίνητρο θα ωθήσει τον πολιτικό να τον διδάξει, σκεφτείτε το εξής: η εύνοια του πεινασμένου στη πρώτη περίπτωση διαρκεί όσο ο κάποιος τον φροντίζει. Μόλις η πείνα του τον κυριεύσει πάλι η εύνοια του θα είναι πλέον παρελθόν και η οργή θα καταλάβει τη θέση της.

Στη δεύτερη όμως περίπτωση η ευγνωμοσύνη του θα είναι διαρκής γιατί κάθε φορά που ο προσωπικός του μόχθος θα γεμίζει το πιάτο του εκείνος θα αναλογίζεται ποιος τον έμαθε να αυτοσυντηρείται.  Ακολουθώντας αυτή τη δύσβατη κι επίπονη οδό ο πολίτης παύει να είναι πελάτης κι έτσι κατακτά την αυτοσυνειδησία του ενισχύοντας παράλληλα την αυτοεκτίμηση του ορίζοντας ο ίδιος, μόνος του, τη μοίρα του. Καλώς ή κακώς, ο συντηρητισμός δεν εξετάζει τον πολίτη ως επαίτη όπως οι μαρξιστικές/μεταμαρξιστικές θεωρήσεις και δε φιλοδοξεί να καταστεί γκουβερνάντα του. Συντηρητικός πολίτης σημαίνει αυτάρκης προσωπικότητα, όχι μαριονέτα χειραγωγούμενη και εξαρτώμενη από τις ορέξεις του εκάστοτε χειριστή της. Αντίστοιχα, συντηρητική πολιτική ορίζεται εκείνη που απελευθερώνει τον πολίτη από τις υποτιθέμενες εξαρτήσεις του. Σημείο αναφοράς είναι το έθνος και όχι το κράτος, γι’αυτό και πρόταγμα του συντηρητισμού είναι η ευδαιμονία κάθε πολίτη χωριστά και οχι ο παρασιτισμός της εκάστοτε συλλογικότητας «ημετέρων».

Αν όλα τα παραπάνω κρύβουν μικρότερη ή μεγαλύτερη δόση αλήθειας τότε προκύπτει το θεμελιώδες ερώτημα γιατί η υποτιθέμενη συντηρητική παράταξη δεν επένδυσε στην αυτοεκτίμηση της ταυτότητας της όπως εξηγήθηκε. Απλούστατα, γιατί δεν ειναι δεξιά αλλά αδέξια· δεν είναι συντηρητική αλλά συμπλεγματική· δεν αποσκοπούσε ως σήμερα στη προσωπική ικανοποίηση των πολιτών αλλά στην εξάρτηση τους από κεντρικούς ή επιμέρους κομματάρχες που την έχουν μετασχηματίσει σε ένα κακέκτυπο του πάλαι ποτέ κραταιού ΠΑΣΟΚ. Έτσι ο πολιτικός υπάρχει για να εξυπηρετεί, ο ψηφοφόρος για να απαιτεί κι ο ο συντηρητισμός ως έννοια απαλείφεται αφήνοντας τόπο σε πολιτικά τερατουργήματα όπως ο «μεσαίος χώρος».

Ο μεσαίος χώρος είναι το «ιδεολογικό στίγμα της Νέας Δημοκρατίας» θα ακούσετε να σας λένε και πράγματι έχουν δίκιο, στίγμα είναι. Ο μεσαίος χώρος είναι λέει φιλελεύθερος αλλά παράλληλα ευνοεί την αναξιοκρατία διορίζοντας στρατιές κομματισμένων πληβείων στο Δημόσιο. Ο μεσαίος χώρος είναι με τη «μπαντρίδα», αλλά θα πει πρόθυμα ναι στο σχέδιο Ανάν πρίν εντάξει το βιβλίο της Ρεπούση στη πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Ο μεσαίος χώρος αντιμάχεται τη διαφθορά με το δικό του τρόπο, δηλαδή συμπλέοντας μαζί της. Ο μεσαίος χώρος δε πιστεύει στη φοροεπιδρομή αλλά μας επέβαλε το Στουρνάρα για Τσάρο της Οικονομίας. Ο μεσαίος χώρος δεν είναι καθόλου μεσαίος αφού ρέπει στο σοσιαλισμό και καθόλου χώρος αφού ουσιαστικά δε στέκεται για τίποτα. Συνεπώς, παραφράζοντας κάπως τα γκραφίτι στους τοίχους των Αθηνών, νομίζω δεν θα ήταν οξύμωρο να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα πως ο μεσαίος χώρος «είναι μαγικός, από μηδενικό σε κάνει νούμερο».

Το ιδεολόγημα του μεσαίου χώρου θυμίζει λίγο μπαλοθιές σε σαλούν της άγριας δύσης όπου η ορχήστρα συνέχιζε να παίζει εν όσο οι σφαίρες σφυρίζουν δίπλα της, γι’αυτό και μας επιτρέπει να ισχυριστούμε πως πάσχει από το σύνδρομο του «μη πυροβολείτε τον πιανίστα». Ο πιανίστας δεν εμπλέκεται σε διαμάχες, δεν θα τον συναντήσετε ποτέ πρωταγωνιστή ή κομπάρσο στο χαλασμό. Δεν λογαριάζει ποιά πλευρά έχει το δίκιο με το μέρος της ώστε να πάρει μέρος στη δράση επικαλούμενος το δίκαιο ή να μεταφέρει τη μαρτυρία του στο τοπικό Σερίφη. Ο πιανίστας ενδιαφέρεται μόνο για τη πελατεία του καταστήματος, όποια κι αν είναι αυτή, ακόμη κι αν οι σφαίρες καταστρέψουν το ίδιο το κατάστημα συθέμελα. Όσο οι αλκοολικοί καουμπόηδες ζητάνε παγωμένο μπέρμπον από εκείνον, διαιωνίζοντας την εξάρτηση τους από αυτόν, τίποτα δεν θα τον ενοχλήσει. Έτσι ακριβώς κι ο μεσαίος χώρος αδιαφορεί για το κατάστημα που καθίσταται συντρίμμια και τους νεκρούς εντός του. Ενδιαφέρεται μόνο να συνεχίσει τη μακάβρια μελωδία του χωρίς να βλέπει, να ακούει ή να μιλάει για όσα συμβαίνουν γύρω του. Ο μεσαίος χώρος είναι λοιπόν πολιτικός αυτισμός: είναι η τέχνη του να αρνείσαι τη ζοφερή πραγματικότητα ώστε να μη την αντιμετωπίζεις με μόνο τίμημα να τη ζήσεις.

Το δυστύχημα είναι ωστόσο πως η άρνηση μιας κατάστασης δεν συνεπάγεται την επίλυση της. Ο στρουθοκαμηλισμός και η ανοχή τίποτα δεν εξυπηρετούν παρά την άνευ όρων αποδοχή μιας κατάστασης. Επιχειρώντας τώρα μια αναγωγή του φαινομένου στα πεπραγμένα της μεταπολιτευτικής δεξιάς, διαπιστώνουμε με θλίψη πως όσο βαθιά κι αν έχωσε το κεφάλι της στην άμμο, όσο κι αν αρνήθηκε τα προβλήματα, η στάση της αυτή δεν της επέτρεψε ποτέ να τα λύσει. Η φιλελεύθερη οικονομία παραδίδετο αμαχητί στην ατελέσφορη ρουσφετολαγνεία, η εθνική ταυτότητα και η δημογραφική συνοχή χαρακτηρίστηκαν ως αναχρονιστικά και εθνικιστικά προτάγματα, η ιδεολογική αντίσταση στο μαρξισμό ως πεπερασμένη και τελικώς το μόνο που έμεινε ήταν η δίψα για την εξουσία. Σε αντίθεση με την Θάτσερ το δικό τους σλόγκαν υπήρξε αντίρροπο: «το να επιδεικνύεις ανικανότητα πειθαρχίας στις αρχές σου και να επιβιώνεις παρασιτικά είναι ο μόνος δρόμος για την κατάκτηση της εξουσίας». Τα αποτελέσματα, τόσο για τη χώρα όσο και τη παράταξη, είναι λίγο πολύ γνωστά: κρατισμός, εθνομηδενισμός και ιδεολογική αμφισημία.

Όχι ήσσονος σημασίας είναι το γεγονός πως ακόμη και η καταδίωξη της εξουσίας κατέστη ανέφικτη εξαιτίας της αυτιστικής θεώρησης του μεσαίου χώρου. Η δεξιά, λειτουργώντας ως ουρά του εκάστοτε αντιπάλου της σερνόταν πίσω του αδυνατώντας, λόγω έλλειψης αξιοπρέπειας κι αυτοεκτίμησης όπως εξηγήθηκε, να παράξει η ίδια κυρίαρχο πολιτικό λόγο. Έτσι ακόμη και η στρέβλωση της εξουσίας ως αυτοσκοπό δεν επέφερε κάποιο πρακτικό ικανοποιητικό αποτέλεσμα  δικαιώνοντας τη σιδηρά κυρία αναφορικά με τη κατάκτηση της προσωπικής ικανοποίησης. Η Νέα Δημοκρατία ποτέ μεταπολιτευτικά δεν κέρδισε ουσιαστικά. Μπορεί να εκλέχθηκε κυβέρνηση αλλά ουδέποτε νίκησε. Οι αντίπαλοι της -λόγω φθοράς- ήταν που έχαναν ώστε να ανέλθει στην εξουσία εκείνη εκμεταλλευόμενη τη λογική του ώριμου φρούτου που διαδέχεται ένα σάπιο. Εξ ου και δεν μπορούμε να μνημονεύσουμε καμία περίοδο μακράς διακυβέρνησης της παρά μόνο «δεξιές παρενθέσεις». Ακόμη κι ο τυχοδιωκτισμός της εξουσίας ως υψίστου στόχου, δεν εξυπηρετήθηκε με συνέπεια αποδεικνύοντας πως η «προσωπική ικανοποίηση» του μεσαίου χώρου δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα απατηλό όνειρο· μια ακόμη ένδειξη πολιτικού του αυτισμού.

Με αυτή τη ψοφοδεή δεξιά και όσους την εξέφρασαν ή την εκφράζουν πρέπει να συγκρουστούμε· όχι αποβάλλοντας απαραιτήτως πρόσωπα αλλά περιθωριοποιώντας τη νοοτροπία τους. Να τελειώνουμε τώρα με όσα εξάντλησαν την υπομονή μας πληγώνοντας την υπόσταση μας. Άλλωστε όπως σε κάθε χωρισμό, έτσι και στο διαζύγιο της Συντηρητικής παράταξης με τον μεσαίο χώρο, τίθεται ζήτημα αξιοπρέπειας, αυτοεκτίμησης και προσωπικής ικανοποίησης: ή θα επιλέξουμε να εμπιστευτούμε τις ιδέες μας ή θα καταστούμε ουραγοί της αριστεράς· τρίτος δρόμος δεν υπάρχει. Είτε θα οικοδομήσουμε σήμερα τη Συντηρητική παράταξη που ουσιαστικά απουσιάζει είτε θα χαθούμε. Το 2009 η βάση της Νέας Δημοκρατίας απήντησε εμφατικά. Επέλεξε τη δεξιά στροφή της παράταξης όχι για να ζήσει επιδρομές από Στουρνάρες και Βενιζέλους. Έστω και ετεροχρονισμένα πρέπει να πρυτανεύσει η λογική του verbum caro factum est ώστε να  βρούμε ξανά το βηματισμό μας σε τούτη τη δύσκολη και αβέβαιη συγκυρία για το έθνος στο οποίο λογοδοτούμε. Ο λόγος (verbum) της βάσης να καταστεί σάρκα (caro factum est) της παράταξης, κάθε υπαναχώρηση θα αποβεί ολέθρια.

http://www.syntiritikoi.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s