Η Ελλάδα παίζει για να χάσει

Γράφει ο Anatole Kaletsky* 

Το μέλλον της Ευρώπης εξαρτάται τώρα από κάτι φαινομενικά αδύνατο: η Ελλάδα και η Γερμανία θα πρέπει να επιτύχουν συμφωνία. Αυτό που κάνει μια τέτοια συμφωνία να μοιάζει αδύνατη δεν είναι η αντίθεση αρχών των δύο κυβερνήσεων – η Ελλάδα ζήτησε μείωση χρέους, ενώ η Γερμανία επέμεινε πως ούτε ένα ευρώ χρέους δεν μπορεί να διαγραφεί – αλλά κάτι πιο θεμελιώδες: ενώ η Ελλάδα είναι προφανώς ο πιο αδύναμος σε αυτή τη σύγκρουση, διακυβεύει μακράν περισσότερα.

Η θεωρία παιγνίων υποστηρίζει ότι μερικές από τις πιο απρόβλεπτες συγκρούσεις είναι μεταξύ ενός αδύναμου, αλλά αποφασισμένου, μαχητή και ενός ισχυρού αντιπάλου με πολύ λιγότερη αφοσίωση. Σε αυτά τα σενάρια, η πιο συνήθης έκβαση τείνει να είναι μία ισοπαλία όπου αμφότερες οι πλευρές είναι εν μέρει ικανοποιημένες.

Στην ελληνογερμανική αντιπαράθεση, είναι εύκολο, τουλάχιστον θεωρητικά, να σκεφτούμε μία τέτοια θετική κατάληξη. Το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να αγνοήσουμε την πολιτική ρητορική και να επικεντρωθούμε στα οικονομικά αποτελέσματα που πραγματικά επιθυμούν οι πρωταγωνιστές.

Η Γερμανία είναι αποφασισμένη να αντισταθεί σε οποιαδήποτε διαγραφή χρεών. Για τους Γερμανούς ψηφοφόρους, ο στόχος αυτός έχει πολύ περισσότερη σημασία από ό,τι οι λεπτομέρειες των ελληνικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Η Ελλάδα, από την πλευρά της, είναι αποφασισμένη να κερδίσει μία ανακούφιση από την εξουθενωτική και αντιπαραγωγική λιτότητα που της επιβάλλεται, με την επιμονή της Γερμανίας, από την «τρόικα» (την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο). Για τους Έλληνες ψηφοφόρους, ο στόχος αυτός έχει πολύ περισσότερη σημασία από ό,τι οι λεπτομερείς υπολογισμοί της καθαρής παρούσης αξίας του εθνικού χρέους σε 30 χρόνια.

Μία συμφωνία θα είναι μάλλον εύκολα διαπραγματεύσιμη εάν αμφότερες οι πλευρές επικεντρωθούν στις κορυφαίες προτεραιότητές τους, συμβιβαζόμενες παράλληλα ως προς τους δευτερεύοντες στόχους τους. Δυστυχώς, η ανθρώπινη επιρρέπεια στο λάθος μοιάζει να λειτουργεί εις βάρος μίας τέτοιας ορθολογικής λύσης.

Ο Γιάνης Βαρουφάκης, ο νέος υπουργός Οικονομικών της Ελλάδας, είναι καθηγητής μαθηματικής οικονομικής ο οποίος ειδικεύεται στη θεωρία παιγνίων. Αλλά η διαπραγματευτική τεχνική του – απρόβλεπτες διακυμάνσεις μεταξύ επιθετικότητας και αδυναμίας – είναι το αντίθετο από ό, τι θα υπαγόρευε η θεωρία παιγνίων. Η αντίληψη του Βαρουφάκη περί στρατηγικής είναι να κρατά ένα όπλο στραμμένο προς το κεφάλι του, και μετά να ζητά λύτρα για να μην πατήσει τη σκανδάλη.

Οι αξιωματούχοι της Γερμανίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης «τα βλέπουν». Ως αποτέλεσμα, οι δύο πλευρές έχουν κολλήσει σε μία παθητική-επιθετική αντιπαράθεση που έχει καταστήσει αδύνατη τη σοβαρή διαπραγμάτευση.

Δεν υπήρχε τίποτα το αναπόφευκτο σε αυτήν την έκβαση. Τον περασμένο μόλις μήνα, ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι παρείχε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς αυτές οι διαπραγματεύσεις θα μπορούσαν, και θα όφειλαν, να έχουν να προχωρήσει, όταν ελισσόμενος παρέκαμψε τη γερμανική εναντίωση στη νομισματική τόνωση την οποία η Ευρώπη σαφώς και χρειαζόταν.

Ο Ντράγκι αφιέρωσε μήνες. πριν από την ανακοίνωση της ΕΚΤ στις 22 Ιανουαρίου ότι θα ξεκινήσει την ποσοτική χαλάρωση (QE), σε εντατικές δημόσιες συζητήσεις με τους Γερμανούς γύρω από το ποιο σημείο αρχής θα επέλεγαν ως «κόκκινη γραμμή» – το σημείο πέρα από το οποίο δεν θα ήταν εφικτή καμία συμφωνία. Η κόκκινη γραμμή της Γερμανίας ήταν η αμοιβαιοποίηση του χρέους: δεν θα έπρεπε να υπάρξει μοίρασμα των απωλειών, εάν οποιαδήποτε χώρα της ευρωζώνης χρεοκοπήσει.

Ο Ντράγκι άφησε τη Γερμανία να κερδίσει σε αυτό το θέμα, το οποίο θεωρούσε οικονομικά ασήμαντο. Αλλά – το καθοριστικότερο – φρόντισε να μην υποχωρήσει παρά την τελευταία στιγμή. Επικεντρώνοντας τη συζήτηση περί QE στον καταμερισμό του κινδύνου, ο Ντράγκι κατάφερε να αποσπάσει την προσοχή της Γερμανίας από ένα απείρως πιο σημαντικό ζήτημα: το τεράστιο μέγεθος του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης, που αψήφησε παντελώς το γερμανικό ταμπού περί νομισματικής χρηματοδότησης των κρατικών χρεών. Υποχωρώντας την κατάλληλη στιγμή σε ένα θέμα άνευ σημασίας, ο Ντράγκι πραγματοποίησε ένα τεράστιο επίτευγμα που είχε πραγματικά σημασία για την ΕΚΤ.

Εάν ο Βαρουφάκης είχε υιοθετήσει μία αντίστοιχη στρατηγική για την Ελλάδα, θα είχε εμμείνει πεισματικά στο αίτημα για ακύρωση του χρέους μέχρι την τελευταία στιγμή, ώστε μετά να υποχωρήσει σε αυτό το «ζήτημα αρχής» με αντάλλαγμα μείζονες παραχωρήσεις σε θέματα λιτότητας και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Ή θα μπορούσε να έχει υιοθετήσει μία λιγότερο επιθετική στρατηγική: Να αποδεχτεί εξαρχής τη γερμανική θέση πως τα χρέη είναι απαραβίαστα και μετά να δείξει ότι η λιτότητα θα μπορούσε να χαλαρώσει χωρίς κάποια μείωση της ονομαστικής αξίας του ελληνικού χρέους. Όμως, αντί να ακολουθεί με συνέπεια μία από τις δύο στρατηγικές, ο Βαρουφάκης στροβιλίστηκε μεταξύ ανυπακοής και συμβιβασμού, χάνοντας την αξιοπιστία του αμφοτέρωθεν.

Η Ελλάδα ξεκίνησε τη διαπραγμάτευση επιμένοντας στη μείωση του χρέους ως κόκκινη γραμμή της. Όμως, αντί να εμμείνει σε αυτήν τη θέση και να μετατρέψει τη συζήτηση περί συγχώρεσης χρέους σε έναν α λα Ντράγκι αντιπερισπασμό, η Ελλάδα εγκατέλειψε αυτό το αίτημα εντός ολίγων ημερών. Μετά ήρθε η άσκοπη πρόκληση περί άρνησης συνομιλιών με την τρόικα, παρά το γεγονός ότι τα τρία θεσμικά όργανα είναι όλα πολύ πιο φιλικά προς τα ελληνικά αιτήματα από ό,τι η γερμανική κυβέρνηση.

Τέλος, ο Βαρουφάκης απέρριψε οποιαδήποτε επέκταση του προγράμματος της τρόικας. Αυτό δημιούργησε μία περιττή νέα προθεσμία στις 28 Φεβρουαρίου για την άρση της χρηματοδότησης της ΕΚΤ και την επακόλουθη κατάρρευση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος

Οι ιδεαλιστές νέοι ηγέτες της Ελλάδας μοιάζουν να πιστεύουν πως μπορούν να εξουδετερώσουν τις γραφειοκρατικές αντιστάσεις χωρίς τους συμβιβασμούς και τις ασάφειες που συνηθίζονται, κραδαίνοντας απλά τη δημοκρατική εντολή τους. Αλλά η υπεροχή της γραφειοκρατίας έναντι της δημοκρατίας είναι μια βασική αρχή την οποία τα θεσμικά όργανα της ΕΕ δεν θα διακινδυνεύσουν ποτέ.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ελλάδα βρίσκεται και πάλι εκεί από όπου ξεκίνησε την παρτίδα πόκερ με τη Γερμανία και την Ευρώπη. Η νέα κυβέρνηση έδειξε πολύ νωρίς τα καλύτερα χαρτιά της και δεν της έχει απομείνει καμία αξιοπιστία σε περίπτωση που θελήσει να προσπαθήσει να μπλοφάρει.

Τι θα συμβεί λοιπόν στη συνέχεια; Η πιο πιθανή έκβαση είναι ο ΣΥΡΙΖΑ να παραδεχτεί σύντομα την ήττα του, όπως και κάθε άλλη κυβέρνηση της ευρωζώνης που υποτίθεται πως εκλέχτηκε με εντολή μεταρρύθμισης, και να επανέλθει σε ένα α λα τρόικα πρόγραμμα, που θα έχει γλυκάνει μόνο επειδή θα έχει καταργηθεί το όνομα «τρόικα». Μία άλλη πιθανότητα, όσο οι ελληνικές τράπεζες είναι ακόμα ανοιχτές συναλλαγές, θα μπορούσε να είναι η κυβέρνηση να εφαρμόσει μονομερώς κάποια από τα ριζοσπαστικά της σχέδια για μισθούς και δημόσιες δαπάνες, αψηφώντας τις διαμαρτυρίες από τις Βρυξέλλες, τη Φρανκφούρτη και το Βερολίνο.

Εάν η Ελλάδα επιχειρήσει μία τέτοια μονομερή ανυπακοή, η ΕΚΤ είναι σχεδόν βέβαιο πως θα αποφασίσει να διακόψει τη χρηματοδότησης έκτακτης ανάγκης προς το ελληνικό τραπεζικό σύστημα αφού λήξει το πρόγραμμα της τρόικας στις 28 Φεβρουαρίου. Καθώς αυτή η αυτοπροκληθείσα προθεσμία πλησιάζει, η ελληνική κυβέρνηση μάλλον θα υποχωρήσει, όπως συνθηκολόγησαν και η Ιρλανδία και η Κύπρος όταν βρέθηκαν αντιμέτωπες με παρόμοιες απειλές.

Μία τέτοια συνθηκολόγηση τελευταίας στιγμής θα μπορούσε να σημάνει την παραίτηση της νέας ελληνικής κυβέρνησης και την αντικατάστασή της από τεχνοκράτες εγκεκριμένους από την ΕΕ τεχνοκράτες, όπως στο συνταγματικό πραξικόπημα εναντίον του Σίλβιο Μπερλουσκόνι στην Ιταλία το 2012. Σε ένα λιγότερο ακραίο σενάριο, θα μπορούσε να αντικατασταθεί ο Βαρουφάκης ως υπουργός Οικονομικών, και η υπόλοιπη κυβέρνηση να επιβιώσει. Η μόνη άλλη επιλογή, εάν και όταν οι ελληνικές τράπεζες αρχίσουν να καταρρέουν, θα είναι μία έξοδος από το ευρώ.

Όποια μορφή κι αν έχει η παράδοση, η Ελλάδα δεν θα είναι ο μόνος χαμένος. Οι υποστηρικτές της δημοκρατίας και της οικονομικής ανάπτυξης έχουν χάσει την καλύτερη ευκαιρία τους να παρακάμψουν τη Γερμανία και να τερματίσουν την αυτοκαταστροφική λιτότητα την οποία η Γερμανία έχει επιβάλει στην Ευρώπη.

* Ο Anatole Kaletsky, επικεφαλής οικονομολόγος και συμπρόεδρος του ιδρύματος Gavekal Dragonomics και πρόεδρος του Ινστιτούτου για τη Νέα Οικονομική Σκέψη (Institute for New Economic Thinking), είναι πρώην αρθρογράφος των Times του Λονδίνου, της διεθνούς έκοδης των New York Times, και των Financial Times, καθώς και συγγραφέας των βιβλίων Καπιταλισμός 4.0 (Capitalism 4.0 ) και Η γέννηση μιας νέας οικονομίας (The Birth of a New Economy), όπου προέβλεψε πολλούς από τους μετασχηματισμούς που ακολούθησαν την παγκόσμια οικονομική κρίση.

http://analitis.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s