Συνεξέλιξη: Από το «the winner takes all» στο «win-win»

Του Γιώργου Κωστούλα

Πότε αρχίζει η παρακμή μιας κοινωνίας;  Όταν τα άτομα που τη συνθέτουν αρχίζουν, προοδευτικά, να βυθίζονται στην καχυποψία. Όταν σε κάθε βήμα τους, σε κάθε εκδήλωσή τους φοβούνται ότι θα πέσουν θύματα της κακοπιστίας ή της κακοήθειας κάποιων άλλων, ατόμων ή ομάδων, και εν τέλει της ίδιας της (εξελικτικά, μίζερης) συλλογικότητας.

Τίποτα πιο επικίνδυνο από την επιθυμία του ατόμου-πολίτη να μη ξεγελαστεί. Δηλαδή, κατά το κοινώς λεγόμενο, να μην πιαστεί κορόιδο.

Κάθε πολίτης μετατρέπεται έτσι σε μια εξαίρεση, το άθροισμα των οποίων συνιστά το ιστορικό ηθικό εθνικό έλλειμμα ενός λαού.

Δεν μοιάζει αυτό να είναι, ό,τι ακριβώς συμβαίνει σήμερα στη χώρα μας; Φτάσαμε στο σημείο, η Ελλάδα να απαρτίζεται από δέκα εκατομμύρια άτομα που οσμίζονται την απάτη γύρω τους, στην παραμικρή πτυχή του βίου
τους, υποπτευόμενα διαρκώς τον διπλανό τους. Με αποτέλεσμα, αντί της εμπιστοσύνης που είναι η ακρογωνιαία ηθική αρχή κάθε βιώσιμης κοινωνίας, οι πολίτες να εθίζονται στην αμφιβολία και να κατασπαράσσονται από την καχυποψία.

Έτσι, εισάγονται στη ζωή όροι, συνθήκες και εφαρμογές της Θεωρίας των Παιγνίων, όπου οι συμμετέχοντες στο παίγνιο προσπαθούν να δώσουν στον αντίπαλο την ισχυρότερη δυνατή εντύπωση για τον εαυτό τους. Κυρίως μέσα από την προβολή της θέσης ότι, εν απουσία συμφωνίας, όποια εναλλακτική λύση θα είναι γι΄ αυτούς ευπρόσδεκτη, ακόμη και επιθυμητή.

Βασική αρχή της θεωρίας, εξάλλου, είναι πως όταν πείσεις τον άλλο ότι δεν έχεις ανάγκη τη συμφωνία, μπορείς να αποσπάσεις τα μέγιστα οφέλη.

Μας το διδάσκει αυτό το κλασικό παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, το περίφημο «Δίλημμα των Φυλακισμένων», όπου η έλλειψη εμπιστοσύνης και η διάθεση εκμετάλλευσης αλλήλων, εμποδίζουν τη συνεργασία μεταξύ δύο παικτών. (Για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με το εν λόγω παίγνιο, παραθέτω στο Υστερόγραφο τα πρακτικά δεδομένα του.)

Για τη Θεωρία των Παιγνίων, η οποία βεβαίως δεν ασχολείται με τη φιλοσοφική διάσταση των συμπεριφορών, η Συνεργασία δεν αποτελεί ζητούμενο, δεν επιδιώκεται δηλαδή ως επιθυμητή θέση, ως σημείο ισορροπίας.

Εξάλλου, δεν αρκεί το άτομο να είναι βέβαιο ότι ο άλλος ή οι άλλοι θα τηρήσουν τη συνεργασία για να την τηρήσει και το ίδιο. Το κοινωνικό συμβόλαιο που εξασφαλίζει περιβάλλοντα σταθερής και αμοιβαίως επωφελούς συνεργασίας χρειάζεται και κάτι ακόμα, ή μάλλον τρία πράγματα ακόμα.

Το πρώτο είναι ηθικής, θρησκευτικής τάξεως και συνδέεται με τη Φήμη, με το καλό όνομά μας. Ο κοινωνικός διασυρμός, αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στην ασύστολη επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος.

Το δεύτερο είναι η ύπαρξη Θεσμών, δηλαδή εξουσίας που μπορεί να επιβάλει τη συνεργασία και την θετική κοινωνική συμπεριφορά.

Το τρίτο είναι η Παιδεία, όπου το ίδιο το άτομο ασμένως δέχεται να θυσιάσει μέρος του ατομικού του συμφέροντος για το κοινό καλό.

Δυστυχώς κανένα από τα παραπάνω προαπαιτούμενα δεν υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα.

Η φήμη δεν έχει τη σημασία που της αποδίδεται στις μεγάλες πόλεις, χώρια που ορισμένες αντικοινωνικές συμπεριφορές θεωρούνται ακόμα και μαγκιά.

Οι θεσμοί που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν και να επιβάλουν τη συνεργασία δεν υπάρχουν ή δεν λειτουργούν σωστά.

Τέλος, δεν υπάρχει ικανός αριθμός, μια κρίσιμη μάζα μορφωμένων και πολιτισμένων ατόμων, διατεθειμένων να ηγηθούν και να δώσουν το καλό παράδειγμα.

Ανάγκη πάσα, λοιπόν, αν θέλουμε η ελληνική κοινωνία να εγκαταλείψει τον στείρο διεκδικητισμό, την προσοδοφορία και την λαθρεπιβασία να εντάξουμε τη λειτουργία της σε ένα διαφορετικό θεσμικό πλαίσιο.

Με άλλα λόγια: Χρειαζόμαστε θεσμούς και νόμους (πρακτικά, ηγεσία και εξουσία) που θα μας εμποδίσουν να γίνουμε χειρότεροι και παιδεία που θα μας βοηθήσει να γίνουμε καλύτεροι.

Το θέμα  είχε τεθεί από τη δεκαετία του ΄80, όταν ο Robert Axelrod, στο έργο του «Τhe evolution  of cooperation», έθεσε το κρίσιμο ερώτημα: Υπό ποίες συνθήκες, μπορεί να ενεργοποιηθεί (emerge) η διάθεση συνεργασίας, σε έναν κόσμο εγωιστών και αυτάρεσκων πλεονεκτών;

Η ενδιαφέρουσα απάντηση, όπως εντοπίζεται στο θαυμάσιο βιβλίο του Δ. Ποταμιάνου «Στον Κήπο», μάς έρχεται από τη Βιολογία. Για μία ακόμη φορά η φύση μάς προτρέπει να την αντιγράψουμε. Η λέξη κλειδί της ανάλυσης: Συνεξέλιξη. Η συνεργάσιμη διάθεση απέναντι στο προτεταμένο χέρι συναδέλφωσης, υπό την σκιάν του κοινού μέλλοντος  και  κάτω από συνθήκες κοινωνικής και οικονομικής αλληλεξάρτησης.

Υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, επαρκούς συναισθηματικής, κοινωνικής και ψυχικής Νοημοσύνης, η Συνεξέλιξη μάς ωθεί, μέσα από αμοιβαίως επωφελείς διαδράσεις σε υποχρεωτική συνεργασία.

Με τη Συνεξέλιξη μπορείς πράγματι, να νικάς χωρίς να εξοντώνεις τους άλλους. Win-win, νικώ-νικάς, νικάς-νικώ. . .

Με εμφανή και πάλι τα στοιχεία μίας, αμβλυμμένης έστω, «αποβλεπτικότητας» έχουμε μπροστά μας έναν ακόμα μονόδρομο. Ο Δ. Δημητράκος τον υποδεικνύει αφοπλιστικά σε μία δική του ανάλυση του «Διλήμματος των Φυλακισμένων» («Η φιλοσοφία της ανοιχτής κοινωνίας, σήμερα»). Εκεί καταλήγει : «Η ηθική της συνεργασίας είναι προτιμότερη της ηθικής τής μη συνεργασίας (ακόμη και) για λόγους που βρίσκονται εκτός πεδίου ηθικής.»

——

Υ. Γ. Το γνωστό «Δίλημμα των Φυλακισμένων», ένα υποδειγματικό παίγνιο μηδενικού αθροίσματος,  εμφανίσθηκε  πριν από εξήντα χρόνια, με την εισαγωγή της Θεωρίας των Παιγνίων, ως στοιχείου στρατηγικού σκέπτεσθαι.

Έκτοτε διδάσκεται και αναλύεται, εκτενώς και ανελλιπώς στα απανταχού οικονομικά πανεπιστήμια και business schools, ως μνημείο καχυποψίας, όπου η έλλειψη εμπιστοσύνης και η διάθεση εκμετάλλευσης, εμποδίζουν τη συνεργασία δύο παικτών.

Κεντρικός άξονας τού παιχνιδιού, η αμοιβαία άγνοια των προθέσεων και των σχεδίων εκατέρων, η οποία ωθεί τους παίκτες σε πράξεις επιζήμιες, και για τους δύο, οδηγώντας σε καταστάσεις της μορφής «the winner takes all».

Τα πρακτικά δεδομένα του παιχνιδιού έχουν ως εξής:

Συλλαμβάνονται δύο ύποπτοι για ληστεία, την οποία  έχουν πράγματι διαπράξει, αλλά η αστυνομία δεν έχει αποδείξεις. Ανακρίνονται ξεχωριστά. Κανένας από τους δύο  δεν μπορεί να ξέρει αν ο άλλος θα τηρήσει το νόμο της σιωπής. Η προβλεπόμενη ποινή για την πράξη τους είναι δεκαετής φυλάκιση. Οι δυνατότητες και οι συνακόλουθες ποινές, έτσι δομημένες από τις ανακριτικές αρχές, ώστε να ενθαρρύνεται η ομολογία των υπόπτων, είναι
τέσσερις:

Εάν ομολογήσουν και οι δύο θα τιμωρηθούν με πέντε χρόνια φυλάκιση. Εάν κανένας δεν ομολογήσει, τότε  και οι δύο θα τιμωρηθούν με ένα χρόνο φυλάκιση. Διάσπαση του μετώπου και ομολογία του ενός από τους δύο, αποδίδει τιμωρία μόλις τριών μηνών, ή και αποφυλάκιση ακόμη, για τον έναν και, αντίθετα, βαρύτατη τιμωρία δέκα ετών για τον άλλον. Είναι προφανές ότι τα σενάρια υποδεικνύουν, ως συμφερότερη, τη συνεργασία μεταξύ των δύο μερών. Ωστόσο, επειδή ο κάθε  παίκτης αμφιβάλλει για την ειλικρινή συνεργασία του άλλου, ενεργούν και οι δύο με τρόπο επιζήμιο για τον εαυτό τους, πιστεύοντας ότι έτσι θα αποφύγουν μία ακόμη μεγαλύτερη ζημιά. Αποτέλεσμα αυτού του αρνητικού σκέπτεσθαι είναι οι παίκτες να έλκονται από τους συνδυασμούς, όπου ο καθένας προσδοκά το μάξιμουμ του οφέλους εις βάρος  τού άλλου. Είναι ακριβώς η αντίληψη του παιχνιδιού ως παιγνίου μηδενικού αθροίσματος- the winner takes all – που αναφέραμε παραπάνω.

http://www.capital.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s