Τι σημαίνει «βιώσιμη συμφωνία»; Μύθοι και αλήθειες

Του Γιώργου Μάτσου 

Κυβερνητική στόχευση και επιθυμία της ελληνικής κοινωνίας είναι η επίτευξη «βιώσιμης» συμφωνίας με τους επίσημους δανειστές της χώρας. Ενώ όμως όλοι ομονοούν ως προς το στόχο, υπάρχουν σημαντικές διαφορές αντίληψης περί του τι είναι «βιώσιμη» συμφωνία. Στη βάση της διαφωνίας βρίσκεται σειρά παρερμηνειών. Ιδού οι σημαντικότερες:

– «Βιώσιμη» είναι μια συμφωνία μόνον με εξωτερική βοήθεια όπως π.χ. διαγραφή χρέους: Λάθος! Πρόκειται για τη σημαντικότερη παρερμηνεία. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Βιώσιμη θα είναι μόνον μια ελληνική οικονομική πολιτική, με την οποία η Ελλάδα θα στέκεται στα πόδια της με τις δικές της δυνάμεις, χωρίς ανάγκη εξωτερικής βοήθειας.

– Η ελληνική οικονομία δεν πρέπει να παραγάγει υψηλά πλεονάσματα: Λάθος! Η κεϋνσιανή αντίληψη, ισχυρό άλλοθι για τη δημιουργία και συντήρηση του πελατειακού κράτους, δεν μπορεί σήμερα να λύσει το σημαντικότερο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, που είναι η ανάκτηση της εμπιστοσύνης προς αυτήν. Μόνον τα υψηλά πλεονάσματα μπορούν να συμβάλουν στην ανάκτηση της εμπιστοσύνης και, άρα, στη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών.

– Η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να παραγάγει υψηλά πλεονάσματα: Λάθος! Η εμπειρία πρόσφατων δημοσιονομικών πλεονασμάτων, ιδίως του (πολύ μακρινού και σχεδόν ξεχασμένου…) α΄ εξαμήνου 2014 διαψεύδει τη σχεδόν ιδεοληπτική και πάντως ατεκμηρίωτη αυτή προσέγγιση. Στο α΄ εξάμηνο 2014 η πορεία των δημοσιονομικών μεγεθών ήταν τέτοια, που η χώρα έτεινε να επιτύχει ήδη εντός του 2014 τον δημοσιονομικό στόχο του 2015 για 3% πρωτογενές πλεόνασμα.

– Το χρέος μας δεν μπορεί να αποπληρωθεί: Σωστό! Με τη διαφορά ότι το χρέος μας δεν χρειάζεται να αποπληρωθεί. Καμία χώρα ποτέ δεν αποπληρώνει το χρέος της. Πρέπει μόνον να συντηρεί την αναχρηματοδότηση του. Και για να γίνει αυτό, χρειάζεται εμπιστοσύνη ότι μπορεί να παραγάγει δημοσιονομικά πλεονάσματα. Η πρόσφατη διεθνής πρακτική δέχεται τη μονομερή έμφαση στην ανάπτυξη ως ανεπαρκή για τη μείωση του δημοσίου χρέους. Σημασία δεν έχει η (αμφισβητούμενη) ορθότητα της παραδοχής αυτής, αλλά το ότι αποτελεί πια εμπεδωμένη διεθνή πρακτική.

– Ένα κούρεμα του χρέους μας θα ήταν η λύση: Λάθος! Το έλλειμμα εμπιστοσύνης στη χώρα προέρχεται από την ήδη κατεστημένη αντίληψη ότι «αυτοί οι Έλληνες, αν τους αφήσουμε να αυτοκυβερνηθούν, πάλι τα ίδια ελλείμματα θα προκαλέσουν». Δεν έχει σημασία κατά πόσο ισχύει αυτή η παραδοχή (αν και το προεκλογικό πρόγραμμα της παρούσας κυβέρνησης συνηγορεί ότι ισχύει) σημασία έχει ότι και μόνον που υπάρχει η παραδοχή αυτή, δημιουργεί έλλειμμα εμπιστοσύνης στη δημόσια οικονομία της Ελλάδας και, άρα, στη δυνατότητά της να δανείζεται, να αναχρηματοδοτεί και έτσι να καθιστά βιώσιμο το χρέος της.

– Οι Έλληνες δεν είναι σε θέση να αυτοκυβερνηθούν. Λάθος! Είτε αρέσει στη Γερμανία, είτε όχι, οι Έλληνες συνέχισαν να αυτοκυβερνώνται και στην πενταετία 2010-2015. Οι ελληνικές κυβερνήσεις των ετών αυτών διαχειρίστηκαν την εξωτερική πίεση για επίτευξη συγκεκριμένων δημοσιονομικών στόχων με τρόπο τόσο διαφορετικό η κάθε μία, που η πρακτική σημασία των έξωθεν παρεμβάσεων τείνει σαφώς να χάνει τη σημασία που της προσδόθηκε αρχικά.

– Τα μνημονιακά μέτρα προκάλεσαν την ύφεση: Σωστό, αλλά μόνον εν μέρει! Οι αριθμοί δείχνουν ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της ύφεσης των μνημονιακών ετών προκλήθηκε την διετία 2010-2011. Τα μέτρα των ετών αυτών ποσοτικώς δεν ήταν πολύ περισσότερα από τα μέτρα του 2012-2014. Πλην όμως το 2013 η ύφεση περιορίστηκε στο 3,3%, ενώ το 2014 είχαμε ανάπτυξη. Πώς συνέβη αυτό το παράδοξο, όπως πολλοί θα το ερμήνευαν σήμερα, παρά τη λήψη σειράς λεγόμενων «υφεσιακών» μέτρων;

– Το κλίμα στην οικονομία είναι το παν: Σωστό! Η συντριπτική ύφεση των ετών 2010-2011 προήλθε ακριβώς από την ατμόσφαιρα χρεωκοπίας που είχε στοιχειώσει τη χώρα. Το φρενάρισμα της ύφεσης και η ανάκαμψη των ετών 2012-2014 προήλθε από την απόσειση του φαντάσματος της χρεωκοπίας. Και η ύφεση στην οποία σήμερα και πάλι εισέρχεται η οικονομία οφείλεται στην αβεβαιότητα και στον επανακάμψαντα κίνδυνο χρεωκοπίας. Χωρίς μάλιστα να έχει ληφθεί εντός του 2015 ούτε ένα «υφεσιακό μέτρο». Η ασάφεια αποδείχθηκε όχι μόνον μη δημιουργική, αλλά ήδη καταστροφική.

– Τα μνημονιακά δάνεια ήταν αναγκαία: Λάθος! Εάν υποθέσουμε ότι η χώρα είχε ακολουθήσει συνετή αντιελλειμματική πολιτική κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα 2009-2010, αντί να διαφημίζει (σκοπίμως;) ένθεν κακείθεν τα ελλείμματά της και την φερόμενη αναξιοπιστία της, ουδέποτε θα είχε πληγεί η ελληνική πιστοληπτική ικανότητα και ουδέποτε θα χρειαζόταν Μνημόνια.

– Η χώρα ζούσε για χρόνια «πάνω από τις δυνάμεις της»: Και ποιες ακριβώς ήταν «οι δυνάμεις της»; Ποτέ κανένας δεν τεκμηρίωσε αυτή την προερχόμενη από γερμανικά συμπλέγματα ανωτερότητας, αξιωματικώς διατυπούμενη θέση. Εάν όσοι υιοθετούν αυτή τη θέση εννοούν ότι η χώρα συντηρούσε υπέρμετρα δημοσιονομικά ελλείμματα, αυτό είναι άλλο και είναι εν πολλοίς ορθό. Όμως δεν αφορά όλη τη χώρα, στην οποία μάλιστα δεν υπήρχε ο υπερδανεισμός του ιδιωτικού τομέα που συντηρούσε την ανάπτυξη σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες της Ε.Ε.

– Ένα τρίτο Μνημόνιο είναι αναγκαίο: Λάθος! Ας υποθέσουμε ότι η ελληνική κυβέρνηση με τη σύμφωνη γνώμη όλων των κομμάτων λαμβάνει σκληρά δημοσιονομικά μέτρα, χωρίς πίεση από καμία τρόικα/θεσμούς, και διακηρύσσει την διαρκή αποφασιστικότητά της στην καταπολέμηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Αυτό θα προκαλούσε γοργή αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και θα έφερνε, αγγλιστί «rather sooner than later», τη χώρα πίσω στις αγορές χρήματος, χωρίς ανάγκη επίσημων δανειστών. Περίπου ό,τι έκαναν δηλαδή η Ισπανία και η Ιταλία για να μην μπουν ποτέ σε Μνημόνιο.

Η ελληνική κοινωνία είναι, δυστυχώς, δέσμια διαφόρων κυρίαρχων, αλλά ατεκμηρίωτων παραδοχών, που έχουν τις ρίζες τους στην κρυπτοεγωιστική τάση μόνιμης συλλογικής αυτοϋποτίμησης, στη συλλογική νοοτροπία ήσσονος προσπάθειας, στην έλλειψη στέρεων και αξιόπιστων αστικών δομών καθώς και στη μόνιμη, όσο και μίζερη διαφωνία για τη μοιρασιά του κρατικού χρήματος.

Προπαντός, όμως, η ελληνική κοινωνία είναι δέσμια της επιλογής της να διαλέγει κάθε φορά τον δρόμο της Κακίας, αντί της Αρετής. Έχουμε λησμονήσει τις δύο αυτές οδούς, που έδειξαν οι μυθικές θέες των σχολικών μας βιβλίων στον ήρωα Ηρακλή. Με τη μεν Αρετή να προτείνει τον αρχικά δύσκολο και ανηφορικό δρόμο, που κατέληγε σε εύφορη κοιλάδα, ενώ η Κακία πρότεινε τον αρχικά εύκολο δρόμο, που κατέληγε σε δύσβατο και επικίνδυνο μονοπάτι. Όσο η ελληνική κοινωνία θα θέλγεται άνευ σοβαρών αντιστάσεων από τους αρχικά εύκολους δρόμους που προτείνει το πολιτικό σύστημα, τόσο η εμπιστοσύνη στην οικονομία μας θα είναι μονίμως καθημαγμένη και τόσο οι συμφωνίες δεν θα γίνονται ποτέ «βιώσιμες».

http://www.capital.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s