Η επικίνδυνη πολυπολιτισμικότητα της Ευρώπης

Γιατί η ήπειρος αποτυγχάνει με τις μειονοτικές ομάδες

ΓΡΑΦΕΙ Ο KENAN MALIK ( Συγγραφέας, λέκτορας, και εκφωνητής [εκπομπών]. Το τελευταίο του βιβλίο έχει τίτλο The Quest for a Moral Compass: A Global History of Ethics.)

Τι είναι αυτό που προσελκύει χιλιάδες νέους Ευρωπαίους στην τζιχάντ και την βία; Τι είναι αυτό που έχει οδηγήσει 4.000 να ταξιδέψουν στην Συρία [1] για να πολεμήσουν για το λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος; (ISIS) [2] Και τι είναι αυτό που οδηγεί τους Ευρωπαίους πολίτες να συμμετάσχουν στην βάρβαρη σφαγή, όπως αυτή που έλαβε χώρα τον περασμένο μήνα στο Παρίσι;

Η συμβατική απάντηση είναι ότι έχουν «ριζοσπαστικοποιηθεί», μια διαδικασία μέσω της οποίας οι ευάλωτοι Μουσουλμάνοι ετοιμάζονται για την εξτρεμιστική βία από εκείνους που υπερασπίζονται το μίσος. Το επιχείρημα της ριζοσπαστικοποίησης αποτελείται από τέσσερα ευρύτερα στοιχεία. Το πρώτο είναι ο ισχυρισμός ότι οι άνθρωποι γίνονται τρομοκράτες επειδή αποκτούν ορισμένες εξτρεμιστικές ιδέες, συνήθως θρησκευτικής προέλευσης. Το δεύτερο είναι ότι οι ιδέες αυτές αποκτώνται με διαφορετικό τρόπο από αυτόν με τον οποίο οι άνθρωποι αποκτούν άλλες εξτρεμιστικές ή αντιθετικές ιδέες. Το τρίτο είναι ότι υπάρχει ένας «ιμάντας μεταφοράς» που οδηγεί από τα παράπονα στην θρησκευτικότητα, μετά στην υιοθέτηση ριζοσπαστικών πεποιθήσεων και μετά στην τρομοκρατία. Και το τέταρτο είναι η επιμονή ότι αυτό που κάνει τους ανθρώπους ευάλωτους στην απόκτηση τέτοιων ιδεών είναι ότι δεν είναι καλά ενταγμένοι στην κοινωνία.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι υποθέσεις, στις οποίες βασίζεται μεγάλο μέρος της εγχώριας αντιτρομοκρατικής πολιτικής της Ευρώπης [3], είναι λανθασμένες.

Πολλές μελέτες δείχνουν, για παράδειγμα, ότι εκείνοι που έχουν ενταχθεί σε ομάδες τζιχαντιστών δεν προσελκύσθηκαν απαραίτητα από φονταμενταλιστικές θρησκευτικές ιδέες. Μια μελέτη του 2008 από την βρετανική MI5 σχετικά με τον εξτρεμισμό η οποία διέρρευσε στον Τύπο, παρατήρησε ότι «μακράν του να είναι φανατικοί θρησκευόμενοι, ένας μεγάλος αριθμός των ατόμων που εμπλέκονται σε τρομοκρατικές ενέργειες δεν ασκούν την πίστη τους [4] τακτικά».

Επίσης, υπάρχουν λίγες ενδείξεις ότι οι τζιχαντιστές αποκτούν τις ιδέες τους διαφορετικά από άλλα είδη ομάδων, ακόμη και αν η συμβατική σοφία δείχνει ότι η ιδεολογία τους προέρχεται από τους κήρυκες του μίσους και τα παρόμοια, ενώ άλλες ριζοσπαστικές ιδέες γεννήθηκαν από διαφορετικές συνθήκες. Ο Jamie Bartlett, επικεφαλής του προγράμματος Βίας και Εξτρεμισμού στην βρετανική δεξαμενή σκέψης Demos [στμ: δηλαδή, δήμος], υποστηρίζει ότι μια τέτοια τρομοκρατία «έχει πολλά κοινά με άλλες ανατρεπτικές ομάδες αντικουλτούρας [5] κυρίως οργισμένων νέων ανδρών».

Ούτε υπάρχει καμιά απόδειξη ότι υφίσταται μια ευθεία οδός που να οδηγεί τους ανθρώπους από τις ριζοσπαστικές ιδέες στην τζιχαντιστική βία. Μια βρετανική κυβερνητική έκθεση το 2010 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η υπόθεση του «ιμάντα μεταφοράς» φαίνεται να παρερμηνεύει τόσο την διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης [6] όσο και να δίνει υπερβολική σημασία σε ιδεολογικούς παράγοντες».

Και τελικά, υπάρχουν πολλά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι όσοι ακολουθούν τζιχαντιστικές ομάδες δεν είναι τίποτα άλλο από κακώς ενσωματωμένους, τουλάχιστον με την συμβατική έννοια της ενσωμάτωσης. Μια έρευνα για τους Βρετανούς τζιχαντιστές που έγινε από ερευνητές στο Queen Mary College του Λονδίνου διαπίστωσε ότι η στήριξη προς την τζιχάντ είναι άσχετη με την κοινωνική ανισότητα ή την κακή εκπαίδευση˙ αντ’ αυτού, εκείνοι που μετέχουν σε ομάδες τζιχαντιστών ήταν ηλικίας 18 έως 20 ετών από πλούσιες οικογένειες που μιλούσαν αγγλικά στο σπίτι και ήταν εκπαιδευμένοι σε ένα υψηλό, συχνά πανεπιστημιακό, επίπεδο. Στην πραγματικότητα, «τα νιάτα, ο πλούτος, και το να είναι στον τομέα της εκπαίδευσης» [7], όπως το έθεσε η μελέτη, «ήταν παράγοντες κινδύνου».

Κατά μια έννοια, το επιχείρημα της ριζοσπαστικοποίησης εξετάζει την πορεία των τζιχαντιστών από πίσω προς τα εμπρός. Ξεκινά με τους τζιχαντιστές που βρίσκονται στο τέλος της διαδρομής -εξοργισμένους με την Δύση, και με μια άποψη για το Ισλάμ του τύπου «μαύρο-άσπρο»- και υποθέτει ότι αυτοί είναι οι λόγοι που έχουν καταλήξει να είναι όπως είναι. Αυτό που προσελκύει τους νέους (η πλειοψηφία των επίδοξων τζιχαντιστών είναι στην εφηβεία ή στην ηλικία των είκοσί τους) στην τζιχαντιστική βία είναι μια αναζήτηση για κάτι πολύ λιγότερο αναγνωρίσιμο: Για την ταυτότητα, για το νόημα, για το να ανήκουν κάπου, για σεβασμό. Στον βαθμό που είναι αποξενωμένοι, δεν είναι επειδή οι επίδοξοι τζιχαντιστές είναι ανεπαρκώς ενσωματωμένοι, με την έννοια ότι δεν μιλούν την τοπική γλώσσα ή αγνοούν τα τοπικά έθιμα ή έχουν μικρή αλληλεπίδραση με τους άλλους στην κοινωνία. Η δική τους είναι μια πολύ πιο υπαρξιακή μορφή αποξένωσης.

ΑΓΩΝΙΑ

Δεν υπάρχει, φυσικά, τίποτα καινούριο στις εκφράσεις της αποξένωσης και της αγωνίας. Η νεανική αναζήτηση ταυτότητας και νοήματος είναι κλισέ. Αυτό που είναι διαφορετικό σήμερα είναι το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο συντελείται η αποξένωση και η αναζήτηση. Ζούμε σε μια εποχή αυξανόμενης κοινωνικής αποσύνθεσης, στην οποία πολλοί άνθρωποι αισθάνονται παράξενα απομονωμένοι από τους επικρατούντες κοινωνικούς θεσμούς.

Το πραγματικό σημείο εκκίνησης για την κατασκευή ενός εγχώριου τζιχαντιστή δεν είναι η ριζοσπαστικοποίηση αλλά αυτό το είδος της κοινωνικής απομόνωσης, μια αίσθηση αποξένωσης από την Δυτική κοινωνία, και μια δυσαρέσκεια από αυτήν. Είναι επειδή έχουν ήδη απορρίψει την κυρίαρχη κουλτούρα, τις ιδέες και τους κανόνες που κάποιοι Μουσουλμάνοι αναζητούν για μια εναλλακτική θεώρηση του κόσμου. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι πολλοί επίδοξοι τζιχαντιστές είναι είτε εξισλαμισθέντες είτε Μουσουλμάνοι οι οποίοι ανακάλυψαν την πίστη τους σχετικά πρόσφατα. Και στις δύο περιπτώσεις, η απογοήτευση με οτιδήποτε άλλο προσφέρεται, τους οδήγησε στον τύπου «μαύρο-άσπρο» ηθικό κώδικα του εξτρεμιστικού ισλαμισμού. Δεν είναι, με άλλα λόγια, ζήτημα να είναι «έτοιμοι» ή «κατηχημένοι», αλλά ότι έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στα επικρατούντα πλαίσια ηθικής και ψάχνουν για μια εναλλακτική λύση.

Η αποστασιοποίηση, φυσικά, δεν είναι απλά ένα μουσουλμανικό θέμα. Υπάρχει σήμερα ευρεία απογοήτευση από την πολιτική διαδικασία, μια αίσθηση προσωπικής πολιτικής αφωνίας, μια απελπισία ότι ούτε τα βασικά πολιτικά κόμματα ούτε οι κοινωνικοί θεσμοί όπως η Εκκλησία ή τα συνδικάτα φαίνονται να κατανοούν τις ανησυχίες και τις ανάγκες τους.

Όλο αυτό έχει αναπόφευκτα σχηματοποιήσει το πώς οι νέοι, και όχι μόνο αυτοί της μουσουλμανικής καταγωγής, βιώνουν την αποξένωσή τους, και πώς είναι σε θέση να δράσουν επί του θέματος. Στο παρελθόν, τέτοια δυσαρέσκεια με την επικρατούσα τάση μπορεί να καθοδήγησε ανθρώπους, σίγουρα στην Ευρώπη, να συμμετάσχουν σε κινήματα για πολιτική αλλαγή, από ακροαριστερές ομάδες σε οργανώσεις του εργατικού κινήματος μέχρι αντιρατσιστικές εκστρατείες. Οι οργανώσεις αυτές έδωσαν πολιτική μορφή στον ιδεαλισμό και στην κοινωνική διαμαρτυρία, καθώς και έναν μηχανισμό για την μετατροπή της δυσαρέσκειας σε κοινωνικές αλλαγές.

Σήμερα, τέτοιου είδους εκστρατείες και οργανώσεις ίσως να φαίνονται παρωχημένες ως επικρατούντα θεσμικά όργανα. Εν μέρει, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι γενικές ιδεολογικές διαιρέσεις που έχουν χαρακτηρίσει την πολιτική για το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων διακοσίων χρόνων δεν έχουν καθόλου εξαφανιστεί. Οι διακρίσεις μεταξύ της αριστεράς και της δεξιάς έχουν γίνει λιγότερο σημαντικές. Η αποδυνάμωση των εργατικών οργανώσεων και των άλλων θεσμών, η πτώση των κολεκτιβιστικών ιδεολογιών, η επέκταση της αγοράς σε πολλές γωνίες και πτυχές της ζωής –όλα συνέβαλαν στην δημιουργία μιας πιο κοινωνιακής, κατακερματισμένης κοινωνίας.

 

Με την σειρά τους, οι πολιτικές της ταυτότητας έχουν γίνει πιο εξέχουσες˙ ο κατακερματισμός ενθάρρυνε τους ανθρώπους να αυτοπροσδιορίζονται με όλο και πιο στενούς εθνικούς ή πολιτισμικούς όρους. Οι δημόσιες πολιτικές που αποσκοπούν στην ενσωμάτωση των μειονοτήτων έχουν βοηθήσει μόνο στο να επιδεινωθεί αυτή η διαδικασία. Μετά τις επιθέσεις του Παρισιού [8], πολλοί σχολιαστές [9] επέμειναν ότι τουλάχιστον ένα μέρος της ευθύνης πρέπει να βρίσκεται στις γαλλικές κοινωνικές πολιτικές της «αφομοίωσης» που, όπως ισχυρίζονταν, είχαν αποτύχει να ενσωματώσουν τους Μουσουλμάνους και είχαν δημιουργήσει μια πιο διαιρεμένη κοινωνία. Κοινωνικές πολιτικές που θα έλαβαν περισσότερο υπόψη την πολυμορφία της γαλλικής κοινωνίας, πρότειναν [οι σχολιαστές], θα είχαν εξυπηρετήσει καλύτερα την Γαλλία [10].

Άλλοι απάντησαν ότι είχε ελάχιστο νόημα να κατηγορείται η γαλλική κοινωνική πολιτική [11]. Το Βέλγιο [12], και ιδίως η περιοχή των Βρυξελλών Molenbeek [13], έχει γίνει φυτώριο για τζιχαντιστές, παρότι η βελγική κοινωνική πολιτική είναι πιο πολυπολιτισμική από όσο αφομοιωτική. Ούτε το να δακτυλοδείχνεται η γαλλική κοινωνική πολιτική εξηγεί τις ρίζες του εγχώριου τζιχαντισμού στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ήταν στο Λονδίνο που οι πρώτοι βομβιστές αυτοκτονίας της Ευρώπης σκότωσαν 52 ανθρώπους στις επιθέσεις στο σύστημα μεταφορών της πόλης το 2005. Τρεις από τους τέσσερις βομβιστές είχαν γεννηθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο˙ οι άλλοι είχαν μεγαλώσει εκεί από την παιδική τους ηλικία.

Η συζήτηση για την αφομοίωση έναντι της πολυπολιτισμικότητας δεν είναι νέα. Για ένα μεγάλο μέρος των τελευταίων δύο δεκαετιών, Γάλλοι πολιτικοί και φορείς χάραξης πολιτικής είχαν καταδικάσει την Βρετανία για την πολυπολιτισμική της προσέγγιση, προειδοποιώντας ότι οι πολιτικές αυτές ήταν διχαστικές και αποτυγχάνουν να δημιουργήσουν ένα κοινό σύνολο αξιών ή την αίσθηση του έθνους. Ως εκ τούτου, όπως ισχυρίστηκαν, πολλοί Μουσουλμάνοι προσελκύστηκαν από τον ισλαμισμό και την βία. Τώρα, πολλά από τα ίδια επιχειρήματα έχουν εφαρμοστεί στις γαλλικές κοινωνικές πολιτικές.

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ

Και οι δύο πλευρές έχουν, σε κάποιο βαθμό, δίκιο˙ οι γαλλικές κοινωνικές πολιτικές είναι προβληματικές [14], και έχουν συμβάλει στην δημιουργία μιας πιο διχαστικής κοινωνίας. Αλλά, το ίδιο έχουν κάνει και οι πολυπολιτισμικές πολιτικές [15]. Για πολύ καιρό, οι πολιτικοί και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής έχουν συζητήσει τις διαφορές μεταξύ των δύο προσεγγίσεων, αλλά αγνόησαν τις ομοιότητες.

Οι Βρετανοί πολιτικοί οραματίστηκαν το έθνος τους ως «μια κοινότητα κοινοτήτων» [16], σύμφωνα με τα λόγια της σημαίνουσας έκθεσης Parekh για την πολυπολιτισμικότητα, που δημοσιεύθηκε το 2000. Αλλά με αυτόν τον τρόπο, έτειναν να αντιμετωπίζουν τις μειονοτικές κοινότητες σαν κάθε μια να ήταν διαφορετική, μοναδική, ένα ομοιογενές και αυθεντικό σύνολο που αποτελείται από ανθρώπους που μιλούν με μια φωνή και βλέπουν με έναν τρόπο τον πολιτισμό και την πίστη. Με άλλα λόγια, οι φορείς χάραξης πολιτικής δέχθηκαν ότι το Ηνωμένο Βασίλειο [17] ήταν μια ποικιλόμορφη κοινωνία, αλλά προσπάθησαν να διαχειριστούν αυτήν την διαφορετικότητα βάζοντας ανθρώπους σε εθνοτικά και πολιτισμικά κουτιά, τα οποία στην συνέχεια χρησιμοποίησαν για να καθορίσουν τις ανάγκες και τα δικαιώματα των ατόμων σε αυτά. Συχνά αποδέχθηκαν τις πλέον συντηρητικές, συχνά θρησκευτικές, προσωπικότητες ως τις αυθεντικές φωνές των μειονοτικών ομάδων. Αντί να εμπλακούν άμεσα με τις μουσουλμανικές κοινότητες, οι βρετανικές Αρχές πρακτικά ανέθεσαν ευθύνες στους αποκαλούμενους ηγέτες των κοινοτήτων.

Η συνέπεια ήταν ο ακόμη μεγαλύτερος κατακερματισμός και ένα πιο στενό όραμα του Ισλάμ. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, ότι οι περισσότεροι από εκείνους που προσελκύσθηκαν από την τζιχάντ είναι οι αποκομμένοι τόσο από τις μουσουλμανικές κοινότητες όσο και από τις Δυτικές κοινωνίες. Οι περισσότεροι απεχθάνονται τα ήθη και τα έθιμα των γονέων τους και δίνουν ελάχιστη σημασία στις κυρίαρχες, ρυθμισμένες από την κυβέρνηση, μορφές του Ισλάμ. Μερικοί οδηγούνται στον Ισλαμισμό, που φαίνεται να τους παρέχει μια αίσθηση ταυτότητας που δεν βρίσκουν ούτε στον βασικό κορμό της κοινωνίας ούτε στην κυρίαρχη τάση του Ισλάμ. Στις παρυφές, η δυσαρέσκεια έχει διοχετευθεί στην τζιχάντ. Διαμορφωμένη από ιδέες και αξίες τύπου «μαύρο-άσπρο», λίγοι έχουν προσελκυσθεί στο να διαπράξουν πράξεις τρόμου και στο να βλέπουν αυτές τις πράξεις ως μέρος μιας υπαρξιακής πάλης ανάμεσα στο Ισλάμ και την Δύση.

Η ειρωνεία είναι ότι οι γαλλικές κοινωνικές πολιτικές, οι οποίες ξεκινούν από ένα πολύ διαφορετικό σημείο, έχουν καταλήξει να δημιουργήσουν πολλά παρόμοια προβλήματα. Η Γαλλία είναι ο τόπος κατοικίας περίπου πέντε εκατομμυρίων Γάλλων πολιτών βορειο-αφρικανικής καταγωγής. Μόλις το 40% [18] θεωρούν τους εαυτούς τους ως ευσεβείς Μουσουλμάνους, και μόνο ένας στους τέσσερις παρακολουθούν την προσευχή της Παρασκευής. Ωστόσο οι Γάλλοι πολιτικοί, οι διανοούμενοι και οι δημοσιογράφοι τους βλέπουν όλους ως Μουσουλμάνους. Πράγματι, υπουργοί της κυβέρνησης, ακαδημαϊκοί και δημοσιογράφοι αναφέρονται συχνά στους «πέντε εκατομμύρια Μουσουλμάνους» της Γαλλίας. Η μόδα να μην αποκαλούνται οι Βορειο-αφρικανοί ως «Μουσουλμάνοι» είναι σχετικά πρόσφατη. Στην δεκαετία του 1960 και του 1970 μπορεί να αποκαλούνταν beur ή arabe (που σημαίνει κάποιος από την Βόρεια Αφρική ή Άραβας, αντίστοιχα), αλλά σπάνια Μουσουλμάνοι. Οι μετανάστες από την Βόρεια Αφρική σίγουρα δεν αυτοπροσδιορίζονται ως Μουσουλμάνοι˙ ήταν κυρίως κοσμικοί, συχνά εχθρικοί προς την θρησκεία.

Η στροφή προς την σύνδεση της Βόρειας Αφρικής με το Ισλάμ είναι αποτέλεσμα του μεγαλύτερου κατακερματισμού της γαλλικής πολιτικής κατά τα τελευταία χρόνια και της αυξανόμενης αντίληψης του Ισλάμ ως μια υπαρξιακή απειλή για την γαλλική δημοκρατική παράδοση. Οι Γάλλοι πολιτικοί, όπως αυτοί σε όλη την Ευρώπη, αντιμετωπίζουν ένα κοινό ολοένα και πιο δύσπιστο και αποστασιοποιημένο από τους θεσμούς της κύριας τάσης. Και, όπως κι εκείνοι σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη, έχουν προσπαθήσει να κατευνάσουν αυτήν την εχθρότητα και την αγανάκτηση με την ενδυνάμωση της έννοιας της κοινής γαλλικής ταυτότητας. Όμως, βρίσκοντας συχνά δύσκολο το να διατυπώσουν με σαφήνεια τις ιδέες και τις αξίες που χαρακτηρίζουν το έθνος, έχουν αντί γι’ αυτό διολισθήσει στον ορισμό εκείνου που δεν είναι γαλλικός παρά αυτού που είναι. Σε αυτή την περίπτωση, το Ισλάμ είναι το «άλλο» έναντι του οποίου ορίζεται η γαλλική ταυτότητα.

«Τι είναι αυτό, στην σημερινή Γαλλία», αναρωτιέται ο σκηνοθέτης και συγγραφέας Karim Miské [19], «που ενώνει τον ευσεβή Αλγερινό [20] συνταξιούχο εργάτη, τον άθεο Γαλλο-μαυριτανό σκηνοθέτη όπως εγώ, τον υπάλληλο της Τράπεζας Φουλάνι Σούφι από το Mantes-la-Jolie, τον κοινωνικό λειτουργό από την Βουργουνδία που έχει στραφεί στο Ισλάμ, και τον αγνωστικιστή νοσοκόμο ο οποίος ποτέ δεν έχει πατήσει το πόδι του στο σπίτι των παππούδων του στην Oujda; Τι μας ενώνει, αν όχι το γεγονός ότι ζούμε σε μια κοινωνία που θεωρεί όλους εμάς ως Μουσουλμάνους;».

Κατ ‘αρχήν, οι γαλλικές Αρχές απέρριψαν την πολυπολιτισμική προσέγγιση του Ηνωμένου Βασιλείου. Στην πράξη, όμως, αντιμετώπισαν τους Βορειο-αφρικανούς μετανάστες και τους απόγονούς τους με έναν πολύ «πολυπολιτισμικό» τρόπο, ως μια ενιαία κοινότητα που ζει μαζί με μια άλλη.

Η ειρωνεία είναι ότι ο πληθυσμός των Βορειο-αφρικανών [21] στην Γαλλία είναι κατά κύριο λόγο κοσμικός, και ακόμη και οι ενεργοί Μουσουλμάνοι είναι σχετικά φιλελεύθεροι στις απόψεις τους. Σύμφωνα με μελέτη του 2011 από το Institut Français d’Opinion Publique (IFOP), το 68% των θρησκευόμενων γυναικών [18] ποτέ δεν φορούν την μαντίλα. Λιγότερο από το ένα τρίτο των εν ενεργεία Μουσουλμάνων θα απαγόρευαν στις κόρες τους να παντρευτούν έναν μη-Μουσουλμάνο. Το 81% δέχονται ότι οι γυναίκες θα πρέπει να έχουν ίσα δικαιώματα στο διαζύγιο, το 44% δεν έχουν κανένα πρόβλημα με την συμβίωση, το 38% υποστηρίζουν το δικαίωμα στην άμβλωση, και το 31% εγκρίνουν το σεξ πριν τον γάμο. Η ομοφυλοφιλία είναι το μόνο θέμα για το οποίο υπάρχει μια πλειοψηφική συντηρητική θέση: Το 77% των ενεργών Μουσουλμάνων την αποδοκιμάζουν.

Πολλοί στην δεύτερη γενιά των βορειο-αφρικανικών κοινοτήτων είναι, ακριβώς όπως και οι ομόλογοί τους στην Βρετανία ή το Βέλγιο, αποξενωμένοι από την κουλτούρα και τα ήθη των γονέων τους και από το επικρατών Ισλάμ, όπως είναι και από την ευρύτερη γαλλική κοινωνία. Και μερικοί, όπως και αλλού στην Ευρώπη, βρίσκουν τον δρόμο τους σε ένα πιο σκοτεινό, πιο έντονο, πιο φυλετικό όραμα του Ισλάμ. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, τον Σερίφ Κουασί, που ήταν ο εγκέφαλος της σφαγής στο Charlie Hebdo στο Παρίσι τον Ιανουάριο. Ανατράφηκε στο Gennevilliers, ένα βόρειο προάστιο του Παρισιού, όπου μένουν περίπου 10.000 άνθρωποι βορειο-αφρικανικής καταγωγής. Σπάνια πήγαινε στο τζαμί, και φαινόταν να μην είναι ιδιαίτερα θρησκευόμενος [22], αλλά οδηγήθηκε από μια αίσθηση κοινωνικής αποξένωσης. Ήταν, σύμφωνα με τον Mohammed Benalí, τον πρόεδρο του τοπικού τζαμιού, από μια «γενιά που αισθάνθηκε ότι αποκλείεται, ότι υφίσταται διακρίσεις, και πάνω απ’ όλα, ότι ταπεινώνεται. Μιλούσαν και αισθάνονταν γαλλικά, αλλά θεωρούντο ως Άραβες˙ ήταν σε πολιτισμική σύγχυση» [23].

ΚΑΤΑΚΕΡΜΑΤΙΣΜΕΝΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ

Η ιστορία του Κουασί δεν είναι πολύ διαφορετική από εκείνη του Mohammad Sidique Khan, του ηγέτη των βομβιστικών επιθέσεων στο Λονδίνο την 7/7. Ούτε διαφέρει από την ιστορία του Abdelhamid Abaaoud, του ιθύνοντα νου των επιθέσεων του Παρισιού. Ο Abaaoud μεγάλωσε στο Molenbeek, το γκέτο των Βρυξελλών που έχει γίνει συνώνυμο της φτώχειας, της ανεργίας και του ριζοσπαστικού ισλαμισμού. Ο Abaaoud παρακολούθησε, ωστόσο, ένα από τα κορυφαία σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του Βελγίου, το Saint-Pierre d’ Uccle [24]. Εγκατέλειψε το σχολείο και σταμάτησε να επισκέπτεται το τοπικό τζαμί, όπως έκανε και ο στενός φίλος του Salah Abdeslam, ένας άλλος από τους ένοπλους του Παρισιού. Οι ιμάμηδες ήταν πολύ παραδοσιακοί για τα γούστα τους. «Έτσι κοίταξαν αλλού» [25], λέει ο Olivier Vanderhaegen, ο οποίος εργάζεται σε ένα τοπικό πρόγραμμα για την καταπολέμηση της ριζοσπαστικοποίησης της νεολαίας.

Οι κοινωνικές πολιτικές στο Βέλγιο, την Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο που στοχεύουν στην προώθηση της ενσωμάτωσης είναι όλες διαφορετικές. Αυτό που έχουν κοινό, όμως, είναι ότι όλες έχουν συμβάλει στην δημιουργία μιας πιο εύθραυστης κοινωνίας, και όλες συνέβαλαν στην εδραίωση στενότερων οραμάτων του ανήκειν και της ταυτότητας. Ούτε η αφομοίωση ούτε οι πολυπολιτισμικές πολιτικές έχουν δημιουργήσει τον ισλαμισμό ή τον τζιχαντισμό. Αυτό που έχουν κάνει είναι να συμβάλουν στην δημιουργία χώρου για να ανθίσει ο ισλαμισμός και να διοχετεύσει δυσαρέσκεια στον τζιχαντισμό.

 

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/regions/syria
[2] https://www.foreignaffairs.com/tags/isis
[3] https://www.foreignaffairs.com/regions/europe
[4] http://www.theguardian.com/uk/2008/aug/20/uksecurity.terrorism1
[5] http://www.demos.co.uk/files/Edge_of_Violence_-_web.pdf
[6] https://www.brennancenter.org/sites/default/files/legacy/RethinkingRadic…
[7] http://journals.plos.org/plosone/article?id=10.1371/journal.pone.0090718#s3
[8] https://www.foreignaffairs.com/tags/paris-attack
[9] https://theconversation.com/the-long-troubled-history-of-assimilation-in…
[10] https://www.foreignaffairs.com/regions/france
[11] https://www.opendemocracy.net/can-europe-make-it/michael-goebel/blame-games
[12] https://www.foreignaffairs.com/regions/belgium
[13] https://www.foreignaffairs.com/articles/france/2015-11-16/europes-real-b…
[14] https://www.foreignaffairs.com/articles/france/2015-11-18/la-cit-without…
[15] https://www.foreignaffairs.com/articles/western-europe/failure-multicult…
[16] http://www.runnymedetrust.org/publications/29/32.html
[17] https://www.foreignaffairs.com/regions/united-kingdom
[18] http://www.ifop.com/media/pressdocument/343-1-document_file.pdf
[19] http://www.lemonde.fr/idees/article/2011/03/31/c-est-l-islamophobe-qui-f…
[20] https://www.foreignaffairs.com/algeria
[21] https://www.foreignaffairs.com/regions/north-africa
[22] http://www.lefigaro.fr/actualite-france/2015/01/08/01016-20150108ARTFIG0…
[23] http://www.dailymail.co.uk/news/article-2902690/The-immigrant-ghettoes-t…
[24] http://www.bbc.co.uk/news/world-europe-34835046
[25] http://blogs.reuters.com/faithworld/2015/11/24/rambo-appeal-not-the-mosq…

http://foreignaffairs.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s