Οι εμπειρίες της Βραζιλίας και της Ν. Αφρικής

Οι δύο αυτές χώρες επέλεξαν να μην προβούν σε στάση πληρωμών στο παρελθόν, αλλά να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους με τη βοήθεια του ΔΝΤ, όπως η Ελλάδα – ευρισκόμενες σήμερα ξανά στα όρια της χρεοκοπίας

Γράφει ο Βασίλης Βιλιάρδος

Έχουμε την άποψη ότι, πολλές φορές είναι καλύτερο να εξάγουν τα συμπεράσματα τους μόνοι τους οι αναγνώστες – αφού προηγουμένως ενημερωθούν σωστά, σχετικά με τις εμπειρίες άλλων κρατών που ακολούθησαν τον ίδιο δρόμο. Επειδή δε η θεωρία δεν συμβαδίζει σχεδόν ποτέ με την πράξη, είναι προτιμότερα τα ιστορικά παραδείγματα, από τις πολιτικές ψευδαισθήσεις – οπότε παραθέτουμε δύο χαρακτηριστικές αναφορές από προηγούμενα κείμενα μας.

.

Η άλωση της Βραζιλίας

Το 2001, λιγότερο από τρία χρόνια μετά την παροχή του δανείου εκ μέρους του ΔΝΤ, στις μεγαλουπόλεις της νοτιοανατολικής πλευράς και του κέντρου της Βραζιλίας, είχε ξεσπάσει ένας απίστευτος «ταξικός» πόλεμος, ένας εμφύλιος πόλεμος δηλαδή τεραστίων διαστάσεων – με 40.000 θύματα συμπλοκών και πολυάριθμους βίαιους θανάτους. Το 90% της βίας, η οποία είχε καταλάβει τη χώρα, ήταν το αποτέλεσμα της εξτρεμιστικής φτώχειας, στην οποία είχε «υποχρεωθεί» ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού – μόλις το 10% καταλογιζόταν στο οργανωμένο, διεθνές έγκλημα.

Στο Sao Paulo, οι πάμπλουτοι επιχειρηματίες μετακινιόντουσαν μόνο με ελικόπτερα, ενώ οι απλά ευκατάστατοι πολίτες, με αλεξίσφαιρες λιμουζίνες. Ιδιωτικοί αστυνομικοί, με στρατιωτική εκπαίδευση και οπλισμό, καθώς επίσης τείχη ύψους τουλάχιστον τεσσάρων μέτρων, προστάτευαν τις πολυτελείς κατοικίες – ενώ ακόμη και η πρόσκληση επίσκεψης ενός φίλου της ανώτερης εισοδηματικής τάξης της χώρας, ισοδυναμούσε με πολεμική εκστρατεία.

Για να φτάσει δηλαδή κανείς στο σπίτι κάποιου φίλου του, για να χρησιμοποιήσει τον ανελκυστήρα ή για να εισέλθει σε κάποιον όροφο, ήταν απαραίτητη η γνώση και η χρήση μίας σειράς μυστικών κωδικών, μέσω των οποίων προστατευόταν οι χώροι διαμονής των ευκατάστατων πολιτών. Όλες οι πόρτες των σπιτιών ήταν ειδικά ασφαλισμένες, καλυμμένες με ανθεκτικά μέταλλα και πολλαπλές κλειδαριές – ενώ ακόμη και η μεσαία εισοδηματική τάξη ζούσε σε διαμερίσματα που θύμιζαν χρηματοκιβώτια.

Το 2002, έτος χρεοκοπίας της Αργεντινής, σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις της κυβέρνησης, από τα 173 εκ. των Βραζιλιάνων, τα 22 εκ. ζούσαν σε συνθήκες πλήρους εξαθλίωσης (με βάση την αντιπολίτευση 45 εκ., ενώ κατά την εκκλησία 55 εκ. πολίτες –πάνω από το 30% του πληθυσμού!). Εξαθλίωση σήμαινε χρόνιο, «βαρύ» υποσιτισμό, ο οποίος οδηγούσε στην ανικανότητα, στην πλήρη αναπηρία και στο θάνατο. Στη Βραζιλία ίσχυε τότε η παροιμία: «Η πείνα κυριαρχεί στα Βόρεια της χώρας – όχι στο Νότο, επειδή εκεί βρίσκονται τα σκουπίδια των πλουσίων».

Στο κέντρο του Sao Paulo, στα σκαλοπάτια του καθεδρικού ναού, συναντούσε κανείς εκατοντάδες φτωχούς και πεινασμένους οι οποίοι, με το άδειο βλέμμα του χρόνια άνεργου, έψαχναν απεγνωσμένα στα σκουπίδια, βυθίζοντας το κεφάλι και τα χέρια τους στις βρώμικες πλαστικές σακούλες, για να βρουν ένα κομμάτι ξερό ψωμί, σαπισμένα λαχανικά, κόκαλα ή άλλα υπολείμματα τροφών. Η ανώτερη «τάξη» της μεγαλύτερης πόλης της Βραζιλίας έγινε ακόμη πιο πλούσια, με αποτέλεσμα οι τενεκέδες των σκουπιδιών της να είναι γεμάτοι – επιτρέποντας στην πληθώρα των φτωχών να αναζητούν εκεί έναν τρόπο παραμονής τους στη ζωή.

Εκείνη την εποχή, το έτος 2001, το εξωτερικό χρέος της χώρας αντιστοιχούσε στο 52% του ΑΕΠ (στην Ελλάδα σήμερα ξεπερνάει το 180% του ΑΕΠ), ενώ οι ληξιπρόθεσμοι τόκοι ήταν της τάξης του 9,5% επί του ΑΕΠ. Τον Αύγουστο του 2001, η κυβέρνηση της Βραζιλίας παρακάλεσε γονατιστή ακόμη μία φορά το ΔΝΤ για τη χορήγηση ενός νέου δανείου. Το αίτημα της έγινε αποδεκτό από το «συνδικάτο του διαβόλου», το οποίο της χορήγησε, για δεύτερη φορά μετά το 1998, 15 δις $ με επιτόκιο 7,5%.

Στη συνέχεια, ο υπουργός οικονομικών της Βραζιλίας εμφανίσθηκε χαρούμενος σε όλα τα ΜΜΕ, ανακοινώνοντας την επιτυχή έκβαση των διαπραγματεύσεων με το ΔΝΤ και ζητώντας από τους πολίτες νέες θυσίες – απαραίτητες για να ξεφύγει η χώρα από τη χρεοκοπία. Το ΔΝΤ φυσικά, απαίτησε ακόμη μία φορά μεγάλες περικοπές στις δαπάνες του προϋπολογισμού, στους τομείς της Παιδείας, και της Υγείας – οι φορολογικές ελαφρύνσεις των υψηλών εισοδηματικών τάξεων παρέμειναν ως είχαν.

Στην περίπου οκταετή «θητεία» μίας κυβέρνησης (1994-2002), αποτελούμενης χωρίς καμία αμφιβολία από τα ικανότερα άτομα της προικισμένης με τεράστιο ορυκτό και λοιπό πλούτο χώρας, εκποιήθηκε σχεδόν το σύνολο των κερδοφόρων, δημοσίων επιχειρήσεων της. Μοναδική εξαίρεση η εθνική εταιρεία Petrobras, η οποία παρέμεινε στην ιδιοκτησία του κράτους, χάρη στις τεράστιες «αμυντικές» προσπάθειες των εργαζομένων της.

Η πολιτική ηγεσία της χώρας, αιτιολόγησε ως εξής τις ιδιωτικοποιήσεις των δημοσίων επιχειρήσεων: «Οι κρατικές εταιρείες μας είναι υγιείς και εξαιρετικά κερδοφόρες. Θα χρησιμοποιήσουμε τα έσοδα από την πώληση τους, για να ελαφρύνουμε τα βάρη του λαού της Βραζιλίας, οδηγώντας τον στην ανάπτυξη».

Το αποτέλεσμα ήταν να πουληθούν πράγματι όλες οι δημόσιες επιχειρήσεις, σε σχετικά συμφέρουσες τιμές για το κράτος. Όμως, τα δισεκατομμύρια δολάρια που εισπράχθηκαν, χάθηκαν στην κυριολεξία στον αέρα. Όπως υποθέτουν οι ειδικοί, ένα μέρος από αυτά χρησιμοποιήθηκε πράγματι για να καλύψει τα «παραδοσιακά» ελλείμματα του προϋπολογισμού. Ένα άλλο μεγάλο μέρος όμως, κατευθύνθηκε στο εξωτερικό – στους ιδιωτικούς λογαριασμούς υπουργών, δικαστών, στρατιωτικών, υψηλόβαθμων δημοσίων λειτουργών και τραπεζιτών.

.

Η άλωση της Νοτίου Αφρικής

Ενώ διεξάγονταν θετικά για τη Νότια Αφρική οι διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης Nelson Mandela με το ΔΝΤ στο πολιτικό σκέλος, απαιτήθηκε από τους υπευθύνους για την οικονομική πολιτική της χώρας η μετατροπή της κεντρικής τράπεζας της σε έναν ανεξάρτητο οργανισμό, ο οποίος θα λειτουργούσε με απόλυτη αυτονομία από την εκλεγμένη κυβέρνηση – σαν ένα κυρίαρχο «κράτος εν κράτει» ουσιαστικά, στο οποίο δεν θα παρέμβαιναν οι εκλεγμένοι νομοθέτες (όπως ακριβώς συμβαίνει στη χώρα μας).

Παρά το ότι τότε διατυπώθηκε αμέσως από τους πολιτικούς της χώρας η απορία, σε ποιόν θα «λογοδοτούσε» η ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα (στο ΔΝΤ, στο Χρηματιστήριο, στην BIS;), οι έμπειροι διαπραγματευτές της «Δύσης» κατόρθωσαν να επιβάλλουν μονομερώς τη θέληση τους – ταυτόχρονα με την «άλωση» του Υπουργείου Οικονομικών, στο οποίο τοποθέτησαν έναν δικό τους έμπιστο πολιτικό. Όπως είπαν χαρακτηριστικά κάποιοι διακεκριμένοι Πολίτες της Νοτίου Αφρικής, οι οποίοι τότε σχολίασαν τις νέες συνθήκες που δημιουργήθηκαν:

“Δεν μας άφησαν ποτέ ελεύθερους. Απλώς έβγαλαν την αλυσίδα από το λαιμό μας και την έβαλαν στους αστραγάλους μας…. Οι μεγάλες επιχειρήσεις, μας δήλωσαν ουσιαστικά ότι θα κρατήσουν τα πάντα και εμείς θα κυβερνάμε μόνο κατ’ όνομα. Μπορούσαμε δηλαδή να έχουμε την πολιτική εξουσία μετά από πολλά χρόνια αγώνων, μπορούσαμε φαινομενικά να κυβερνάμε, αλλά η πραγματική διακυβέρνηση θα βρισκόταν στα χέρια των άλλων”.

Περαιτέρω, αυτό που συνέβη στη συνέχεια των διαπραγματεύσεων ήταν το ότι η κυβέρνηση παγιδεύτηκ», χωρίς δυστυχώς να το αντιληφθεί, σε ένα είδος ιστού της αράχνης – «υφασμένου» από μυστηριώδεις κανόνες και υπόγειες ρυθμίσεις, οι οποίες αποσκοπούσαν στο να «οριοθετήσουν», καθώς επίσης να περιορίσουν την εξουσία των δημοκρατικά εκλεγμένων ηγετών της χώρας. Όταν λοιπόν θέλησε η νέα κυβέρνηση να υλοποιήσει τα οράματα της, ανακάλυψε ότι η πραγματική εξουσία, η οικονομική, βρισκόταν στα χέρια άλλων.

Για παράδειγμα, δεν μπορούσε να αναδιανείμει τη γη, επειδή το νέο Σύνταγμα προστάτευε την ατομική ιδιοκτησία και καθιστούσε πρακτικά αδύνατη την όποια αγροτική μεταρρύθμιση. Εκτός αυτού, δεν ήταν δυνατόν να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, αφού εκατοντάδες εργοστάσια της χώρας ήταν έτοιμα να κλείσουν – επειδή η κυβέρνηση είχε υπογράψει τη Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (του μετέπειτα ΠΟΕ), η οποία απαγόρευε την αναγκαία επιδότηση των τοπικών επιχειρήσεων.

Ίσως οφείλουμε να επισημάνουμε εδώ ότι, χωρίς κάποια προστασία και επιδοτήσεις, είναι σχεδόν αδύνατη η επαναβιομηχανοποίηση μίας χώρας – η αναβίωση δηλαδή του κατεστραμμένου παραγωγικού της ιστού (όπως απαιτείται σήμερα στην Ελλάδα, εάν θέλουμε πράγματι να επιλύσουμε το τεράστιο πρόβλημα του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών μας, το οποίο ουσιαστικά ευθύνεται τα μέγιστα για το εξωτερικό τουλάχιστον χρέος μας).

Συνεχίζοντας στη Νότια Αφρική, η διανομή δωρεάν φαρμάκων για την καταπολέμηση του aids απαγορευόταν, αφού μία τέτοια απόφαση παραβίαζε τα πνευματικά δικαιώματα ιδιοκτησίας, τα οποία προστάτευε ο ελεγχόμενος από την υπερδύναμη Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου – στον οποίο είχε προσχωρήσει η Νότια Αφρική, κατ’ απαίτηση βέβαια των δανειστών της. Η διάθεση περισσότερου χρήματος προϋπέθετε φυσικά τη σύμφωνη γνώμη της ανεξάρτητης κεντρικής τράπεζας, η οποία δεν την παρείχε.

Η δωρεάν ύδρευση δεν ήταν επίσης εφικτή, αφού η Παγκόσμια Τράπεζα, μέσω της ομάδας οικονομολόγων που είχε στείλει στη χώρα, είχε μετατρέψει σε κανόνα, σε υποχρέωση δηλαδή, τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στις κοινωφελείς επιχειρήσεις. Τέλος, εάν η κυβέρνηση ήθελε να αυξήσει τους μισθούς, δεν της επιτρεπόταν, λόγω του δανείου ύψους 850 εκ. $ από το ΔΝΤ, το οποίο επέβαλλε «συγκράτηση των μισθών».

Σε γενικές γραμμές λοιπόν, η οποιαδήποτε μη υποταγή στους κανόνες και στους περιορισμούς που επέβαλλαν το ΔΝΤ και όλοι οι υπόλοιποι «συνεργοί» του, θα θεωρούταν απόδειξη επικίνδυνης εθνικής αφερεγγυότητας («αναξιοπιστίας της χώρας», όπως ισχυρίζονται σήμερα «καθ’ εικόνα και ομοίωση» οι δικοί μας πολιτικοί), έλλειψη αφοσίωσης στην εφαρμογή των «μεταρρυθμίσεων» και απουσία ενός βασισμένου σε κανόνες συστήματος – με αποτέλεσμα τη διακοπή της χορήγησης βοήθειας («δόσεων» από το ΔΝΤ), καθώς επίσης τη φυγή των ξένων κεφαλαίων.

Συνεχίζοντας, τόσο η δήθεν «ανεξάρτητη» κεντρική τράπεζα, όσο και το «υπό κηδεμονία» Υπουργείο Οικονομικών, επέβλεπαν άγρυπνα την πιστή τήρηση των εντολών – οπότε φυσικά επαναλήφθηκε η γνωστή ιστορία:

Η κυβέρνηση, «γονατισμένη» από το χρέος και υφιστάμενη διεθνείς πιέσεις, προκειμένου να ιδιωτικοποιήσει τις κοινωφελείς επιχειρήσεις, άρχισε σύντομα να αυξάνει τις τιμές των παρεχομένων υπηρεσιών (εισιτήρια, ηλεκτρικό ρεύμα κλπ.), να μειώνει τους μισθούς, να διασύρει τους αντιρρησίες και να «ξεπουλάει» δημόσια περιουσία – με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, εκατομμύρια άνθρωποι να εξαθλιωθούν, μη έχοντας πλέον ηλεκτρικό ρεύμα και νερό, επειδή δεν μπορούσαν να πληρώσουν τους λογαριασμούς.

Όσο για τα πλούσια ορυχεία, τις τράπεζες και τις μονοπωλιακές βιομηχανίες, των οποίων την εθνικοποίηση ζητούσε ο Mandela, παρέμειναν στα χέρια τεσσάρων εταιρικών κολοσσών – οι οποίοι ελέγχουν πλέον το 80% του χρηματιστηρίου της χώρας. Μεταξύ των ετών 1997 και 2004, η κυβέρνηση της Νοτίου Αφρικής πούλησε δεκαοκτώ δημόσιες εταιρείες, συγκεντρώνοντας 4 δις $, τα οποία διατέθηκαν στην εξυπηρέτηση των δανείων των διεθνών τοκογλύφων – χωρίς να μειωθεί φυσικά το δημόσιο χρέος.

Το «πικρό φάρμακο» λοιπόν του ΔΝΤ, το οποίο προβλέπει (με τη βοήθεια μίας εντελώς ανεξάρτητης κεντρικής τράπεζας και ενός σκιώδους Υπουργείου Οικονομικών) περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις, περικοπές στις κρατικές δαπάνες, ελαστικότητα στην εργασία, απελευθέρωση όλων των κλειστών επαγγελμάτων, ενίσχυση του ελευθέρου εμπορίου, περιορισμένους ελέγχους στη ροή των κεφαλαίων κλπ., αποδείχθηκε στην κυριολεξία θανατηφόρο για την συντριπτική πλειοψηφία των Πολιτών της Ν. Αφρικής – όπως και για όλες σχεδόν τις χώρες, στις οποίες «εισέβαλλαν» οι σύνδικοι του διαβόλου.

.

Επίλογος

Υπάρχουν αρκετοί, οι οποίοι θα ισχυρισθούν καλοπροαίρετα πως ούτε η Βραζιλία, ούτε η Νότια Αφρική είχαν άλλες λύσεις στη διάθεσή τους, από τη στιγμή που υπερχρεώθηκαν σε ξένο συνάλλαγμα – αφού η εναλλακτική δυνατότητα τους, η στάση πληρωμών (χρεοκοπία), θα ήταν πολύ πιο επώδυνη.

Ενδεχομένως να έχουν δίκιο, αλλά εμείς θεωρούμε πως δεν υπάρχουν μονόδρομοι – αρκεί μία χώρα να είναι αποφασισμένη να αγωνισθεί συλλογικά για την ελευθερία και την εθνική της ανεξαρτησία, με κάθε κόστος. Στα πλαίσια αυτά, ευχόμαστε να μην επαληθευθούν οι προβλέψεις μας για την Ελλάδα (ανάλυση) – η οποία κυβερνάται ξανά από μία κυβέρνηση που ίσως να θέλει, αλλά σίγουρα δεν μπορεί.

Ανεξάρτητα όμως από όλα αυτά, ευχόμαστε Καλά Χριστούγεννα σε όλους, με Υγεία και Ευτυχία – ελπίζοντας πως ο καινούργιος χρόνος θα είναι καλύτερος για την Ελλάδα, παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις. Μπορούν άλλωστε και πρέπει κάποια στιγμή να πάρουν μόνοι τους στα χέρια τους οι Έλληνες, τη μοίρα της πατρίδας τους και των παιδιών τους χωρίς να χρειαστεί να υποκύψουν ξανά σε εκβιασμούς, οι οποίοι δεν οδηγούν στην έξοδο από την κρίση.

 

http://www.analyst.gr

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s